Το Τέλος της Πανδημίας

Μπορούμε, άραγε, να προσδιορίσουμε τον χρονικό ορίζοντα του τέλους της πανδημίας COVID-19; Υπάρχει, για την ώρα, ένα αισιόδοξο σενάριο, ένας «ευσεβής πόθος». Με την προϋπόθεση ότι θα έχει βρεθεί κάποια μορφή εμβολίου (με αποτελεσματικότητα κοντά στο 50% τουλάχιστον) μέχρι την άνοιξη του 2021, οι εμβολιασμοί σε Ελλάδα και Κύπρο θα αρχίσουν τέλη του 2021 με αρχές του 2022, με πιθανότερο το δεύτερο (δεν είμαστε και κράτη εμπιστοσύνης). Από τότε και μετά ο κόσμος θα αναπτύσσει όλο και περισσότερη ανοσία, τόσο με τον εμβολιασμό ευρείας κλίμακας, όσο και μέσω της φυσικής έκθεσης στον ιό SARS-CoV-2 και, τελικά, ένας ικανοποιητικός έλεγχος της νόσου θα επέλθει σταδιακά εντός τριών χρόνων. Το 2024 ο ελληνικός πληθυσμός θα προσεγγίζει έναν επαρκή βαθμό ανοσίας αγέλης, με το ποσοστό των ανοσοποιημένων ατόμων να είναι τέτοιο που να δυσκολεύει τον ιό να μεταδίδεται ανεξέλεγκτα (ο ιός, απλά, δεν θα βρίσκει εύκαιρα «θύματα»). Θεωρητικά, μία αποδεκτή ανοσία στην κοινότητα για τον SARS-CoV-2, που θα μας επέτρεπε να μην ξαναφορέσουμε μάσκες, κυμαίνεται μεταξύ 60% και 70%.

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» σχετικά σύντομα -εντός δύο ή τριών χρόνων μετά την ανακάλυψη του εμβολίου- υπόκειται, ωστόσο, σε (αναμενόμενες) αβεβαιότητες, καθώς εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα των εμβολιασμών, τον πραγματικό χρόνο έναρξής τους, το ποσοστό των ανθρώπων που  θα αρνηθούν να εμβολιαστούν (υπάρχουν κι αυτοί) και το πόσοι εμβολιασμένοι θα «ξεχάσουν» μία (ενδεχόμενη) δεύτερη δόση του εμβολίου τους. Καθαρά βιολογικά, ωστόσο, οι κρισιμότεροι παράγοντες για τον περιορισμό της πανδημίας θα είναι η διάρκεια της επαγόμενης ανοσίας (αντισωμάτων και κυτταρικής) από τη δράση του εμβολίου και η γενετική -χωρίς απρόσμενες μεταλλάξεις- σταθερότητα του στελέχους του κορωνοϊού που μας ταλαιπωρεί σήμερα.

Εννοείται, φυσικά, ότι σε όλο το παραπάνω σκηνικό θα συνεχιστεί ο πειθαναγκασμός μας στις μάσκες και την κοινωνική αποστασιοποίηση για αρκετούς μήνες μετά τους αρχικούς εμβολιασμούς (σε αντίθετη περίπτωση ο «ρυθμός αναπαραγωγής R» του ιού δεν θα μπορεί να ελεγχθεί ικανοποιητικά στους μη εμβολιασμένους) και θα ενταθεί η «πανδημική κόπωση» με τα ατελείωτα περιοριστικά μέτρα και τον εκνευριστικά ξύλινο και μη επεξηγηματικό λόγο πολλών «σνομπ» επιδημιολόγων στην TV (τελικά βγαίνουμε ή δεν βγαίνουμε στις πλατείες; στα λεωφορεία τα κεφάλια μέσα ή έξω από τα παράθυρα; μάσκα να φοράμε και στον δρόμο, έτσι για την κουλτούρα; και τόσα άλλα.)

Μία κρίσιμη λεπτομέρεια, γενικά, για τα πρωτοεμφανιζόμενα εμβόλια είναι η τεχνική αδυναμία μας να προσδιορίσουμε πότε θα τελειώσει η μεγάλης κλίμακας τρίτη φάση ελέγχου τους σε δεκάδες χιλιάδες εθελοντών παγκοσμίως (που τώρα βρίσκεται εν εξελίξει). Όσοι από τους συμμετέχοντες πάρουν τη δοκιμαστική δόση (ή δόσεις) του εμβολίου, συμβουλεύονται να τηρούν όλα τα μέτρα φυσικής προστασίας από τον ιό, με αποτέλεσμα να είναι άγνωστο το αν και πότε θα μολυνθούν/νοσήσουν ή αν θα παρουσιαστεί εγκαίρως κάποια σπάνια κλινική παρενέργεια, ώστε οι φαρμακοβιομηχανίες να (μπορούν να) βγάλουν τα συμπεράσματά τους και να τα δημοσιεύσουν. Συνεπώς βρισκόμαστε όλοι, εταιρείες και κόσμος, σε μία απροσδιόριστης χρονικής διάρκειας αναμονή για τα αποτελέσματα. Όπως και να έχει, ζώντας για την ώρα σε ένα κόσμο χωρίς εμβόλιο πρέπει να έχουμε στην άκρη του μυαλού μας (για να πράττουμε αναλόγως), όχι το αν θα μολυνθούμε από τον ιό, αλλά το πότε θα μολυνθούμε. Και, επίσης, ότι χωρίς το δίμηνο lockdown που ζήσαμε, θα μετρούσαμε, ήδη, μερικές χιλιάδες νεκρούς στην ελληνική κοινωνία.

Ένα άλλο, χαώδες ζήτημα, που θα παίξει ρόλο σε ένα «προγραμματιζόμενο» τέλος της πανδημίας, είναι η ανάπτυξη πρακτικών πρωτοκόλλων (γρήγορων και εφαρμόσιμων) στην παρασκευή και διάθεση του εμβολίου, ιδίως στην περίπτωση που θα απαιτούνται δύο εμβολιαστικές δόσεις. Μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση, με πληθυσμό κοντά στα 500 εκατομμύρια, ίσως χρειαστεί έως και 1 δισεκατομμύριο δόσεις μέσα στο 2021 (μάλλον αδύνατον). Αν σε αυτό τον όγκο παραγωγής συνυπολογίσουμε και την (μη αμελητέα) πιθανότητα της συντήρησης και διανομής ενός εμβολίου σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (πολλών βαθμών Κελσίου κάτω από το μηδέν) -κάτι που μόνο τα νοσοκομεία μπορούν να διασφαλίσουν και όχι τα συνοικιακά ιατρεία- καταλαβαίνουμε ότι η αποτελεσματικότητα των εμβολιασμών δεν θα είναι ομοιογενής σε όλο τον πληθυσμό (λ.χ. μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου). Το πρόβλημα θα είναι εντονότερο για ένα εμβόλιο δύο δόσεων, μέχρι να γίνει η χορήγηση τους στις προβλεπόμενες συνθήκες και σε διάστημα, συνήθως, μερικών εβδομάδων.

Σε κάθε περίπτωση το πιθανότερο είναι να ξεκινήσει νωρίς ένα μικρό πρόγραμμα επιλεκτικών εμβολιασμών κι ας είναι με αργό ρυθμό αρχικά (εντός, πάντα, του 2021), παρά να περιμένουμε μία μεγαλύτερη παραγωγή/κινητοποίηση της εμβολιαστικής διαδικασίας που θα ξεκινάει αργότερα (όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα). Και παρόλο που ένα εμβόλιο πρώτης γενιάς δεν αναμένεται να είναι ιδιαίτερα αποδοτικό, μία αποτελεσματικότητα της τάξης του 50% (ως ελάχιστο standard) δεν θα είναι λίγη (αν και δεν θα μπορούμε, ακόμα, να συγχρωτιζόμαστε ελεύθερα, π.χ. να πηγαίνουμε σινεμά ή να ταξιδεύουμε αεροπορικώς). Όσο πιο αποτελεσματικό είναι ένα εμβόλιο στο σπάσιμο της μετάδοσης του ιού (ο εμβολιασμένος, ιδανικά, δεν θα μεταδίδει τον ιό, ακόμα και αν θα έχει μολυνθεί), τόσο μικρότερο ποσοστό του κόσμου θα χρειάζεται -σε πρώτη φάση τουλάχιστον- να εμβολιασθεί. Αν π.χ. ένα εμβόλιο είναι αποτελεσματικό κατά 75%, θα χρειάζεται να εμβολιασθούν περίπου τα 2/3 του γενικού πληθυσμού, ενώ αν η αποτελεσματικότητα κυμαίνεται γύρω στο 50%, θα χρειαστούν, προφανώς, μαζικότεροι εμβολιασμοί (το ποσοστό ανοσίας είναι ζήτημα αριθμών, πολλαπλασιάζουμε το ποσοστό των εμβολιασθέντων με εκείνο της αποτελεσματικότητας του εμβολίου).

Όταν, με το καλό, διατεθεί στην αγορά το εμβόλιο, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού θα εμβολιασθεί (αν και οι αρνητές αναμένεται να είναι πολλοί σε πρώτη φάση) και ένα μέρος αυτού θα προστατευθεί ανοσολογικά επαρκώς. Αμέσως μετά θα πρέπει να περιμένουμε, να δούμε αν η ασθένεια ή/και οι θάνατοι θα αρχίσουν πράγματι να μειώνονται, κάτι που θα χρειαστεί περίπου δύο μήνες (λίγες εβδομάδες για να αναπτύξουν οι άνθρωποι ανοσία και μετά 4-6 εβδομάδες ώστε αυτή η ανοσολογική προστασία να αποτυπωθεί στατιστικά στους αριθμούς). Πρόκειται για μία διαδικασία που διεθνώς θα πάρει πάρα πολύ χρόνο, όχι μόνο λόγω της απαιτούμενης επιδημιολογικής ανάλυσης  (σύμφωνα με εκτιμήσεις ένα «άτυχο» 60% του παγκόσμιου πληθυσμού δεν θα έχει πρόσβαση στο εμβόλιο μέχρι το 2022, αλλά μέχρι το 2024).

Ο κόσμος θα συνεχίσει να ζει με τον ιό (και την γκρίνια της μάσκας) και μετά το εμβόλιο, αλλά αν οι ρυθμοί εμβολιασμού είναι ψηλοί, η νόσος στο μέλλον θα μπορεί να ελεγχθεί και να καταστεί «ρουτίνας» σχετικά σύντομα (σίγουρα, όμως, ο ιός δεν θα εξαφανιστεί εντελώς και για πάντα). Αν η ανοσία από το εμβόλιο εξασθενεί μέσα σε ένα χρόνο, όπως πολλοί ειδικοί πιστεύουν, ίσως χρειαστεί να παίρνουμε μία ετήσια δόση (παρομοίως με το εμβόλιο της γρίπης). Το εμβόλιο θα «βελτιώνεται εργοστασιακά» χρόνο με τον χρόνο και εντός 3-4 χρόνων θα έχει καταστεί πολύ πιο αποτελεσματικό.

Παράλληλα (και σταδιακά) μία επιπρόσθετη ανοσολογική προστασία θα (μπορεί να) χτίζεται στον καθένα μας και με ήπιες επαναμολύνσεις από τον ιό (όπως συμβαίνει και με άλλους κορωνοϊούς), ώσπου τελικά, μέσω του συνδυασμού τεχνητής και φυσικής ανοσίας που θα αποκτήσει ο πληθυσμός, η νόσος COVID-19 θα σκοτώνει ολοένα και λιγότερους ανθρώπους (και δη ευάλωτους ή ηλικιωμένους) και θα περιοριστεί στη δική της «εποχική» διακύμανση-κανονικότητα μετά από έναν ορίζοντα πέντε χρόνων. Αυτό θα σημάνει και το οριστικό τέλος της πανδημίας. [Σημείωση: Μέχρι πριν από 100 περίπου χρόνια μία πανδημία μπορούσε να διαρκέσει 1-2 χρόνια με υψηλή δυναμική, ενώ σήμερα μία «λογική» διάρκεια πανδημίας, χωρίς lockdown και χωρίς εμβόλιο, θεωρούνται τα 2-4 χρόνια (με βαρύ τίμημα θανάτων).]

Στο μέλλον οι άνθρωποι θα εμβολιάζονται (ή θα μολύνονται) για πρώτη φορά (κάπου) στην παιδική τους ηλικία και μεγαλώνοντας, μέσω (τακτικών) εμβολιασμών ή επαναμολύνσεων θα χτίζουν την άμυνά τους, ώστε φτάνοντας σε ηλικία «υψηλού κινδύνου» -π.χ. στα 50- να αρρωσταίνουν με μία σχετικά ανώδυνη και ελαφριά ίωση (κάτι σαν το κοινό συνάχι) και με επίπεδα θνησιμότητας σιωπηρώς αποδεκτά από την κοινωνία και παρόμοια -έστω- με αυτά της εποχικής γρίπης (για το χειμώνα 2018-19 στην Ελλάδα η «αποδιδόμενη στη γρίπη θνησιμότητα» ήταν 9,8 ανά 100 χιλιάδες πληθυσμού που αντιστοιχούσε σε 1071 θανάτους, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ).

Ι.Σ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s