ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Αν εξαιρέσουμε μερικά πολύ αρχαϊκά γένη όρθιων ανθρωπιδών (OrrorinSahelanthropus), η εξέλιξη προς τον σύγχρονο άνθρωπο συμβαίνει κυρίως τα τελευταία πέντε εκατομμύρια χρόνια περίπου. Το υλικό που παραδοσιακά έχουμε για να δουλέψουμε και να αναζητήσουμε τις ρίζες μας είναι τα απολιθώματα και τα λίθινα εργαλεία, με το αρχαίο DNA να έχει μπει στη ζωή μας πολύ πρόσφατα και να μας πηγαίνει πίσω στο παρελθόν το πολύ μέχρι 430 χιλιάδες χρόνια (μέσα από τη γενετική ανάλυση των πρώιμων Νεάντερταλ στο σπήλαιο Sima de los Huesos της Ιβηρικής). Πριν αποτυπώσουμε επί του πιεστηρίου μερικά από τα νέα δεδομένα για την καταγωγή μας -που τρέχουν τόσο γρήγορα, όσο ποτέ άλλοτε- χρήσιμο είναι να σκιαγραφήσουμε σε συντομία ό, τι βασικό γνωρίζουμε, έχοντας στην άκρη του μυαλού ότι η ερμηνεία νέων θεωριών ή υποθέσεων είναι, σχεδόν πάντα, τόσο επίκαιρη, όσο της επιτρέπουν τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία.

Μελετώντας το εξελικτικό μας αρχείο, θα μπορούσαμε να το χωρίσουμε χοντρικά σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, θολό και φτωχό σε πληροφορίες, προσδιορίζεται από μία χούφτα απολιθωμάτων αρδιπιθήκων (Ardipithecus) που εμφανίζουν ενδείξεις πιο όρθιας στάσης, συγκριτικά με άλλους πιθήκους και μικρούς κυνόδοντες (το τελευταίο ενδεχομένως αντανακλά αλλαγές στην κοινωνική δομή των ομάδων με πιο «ήπιες» συμπεριφορές).

Στο δεύτερο κομμάτι, μετά τα τέσσερα και σχεδόν μέχρι τα δύο εκατομμύρια χρόνια πριν, έχουμε πια πληθώρα απολιθωμάτων, τα περισσότερα από τα οποία ανήκουν σε είδη αυστραλοπιθήκων (Australopithecus afarensis, africanus, sediba κ.ά.). Όταν μιλάμε για αυστραλοπιθήκους, αναφερόμαστε σε ένα ολόκληρο τρόπο ζωής που δεν υπάρχει πια στις αφρικανικές σαβάνες,  προσαρμοσμένο στη δίποδη και ελαφρώς ασταθή βάδιση και στη φυτοφαγία. Παράλληλα με τους αυστραλοπιθήκους ζούσαν -από ένα σημείο και μετά- οι πιο εύρωστοι παράνθρωποι (Paranthropus) και κάποια από τα πρώτα μέλη του δικού μας γένους (Homo). Έτσι, μία ποικιλία ειδών υπήρχε γύρω στα δύο εκατομμύρια χρόνια πριν, με το  εξελικτικό μας δέντρο να είναι ήδη θαμνώδες και προσαρμοσμένο στα αρχαία αφρικανικά ενδιαιτήματα. Πριν από αυτό τον χρονικό ορίζοντα δεν έχουμε βρει απολιθώματα ανθρωπίνων (όρθιων-δίποδων συγγενικών μας ειδών) αλλού έξω από την Αφρική και έτσι για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας μας φαίνεται ότι οι πρόγονοι και οι μακρινοί συγγενείς μας ήταν αποκλειστικά αφρικανικής καταγωγής (κατά βάθος «είμαστε όλοι Αφρικανοί»).

Κατά το τελευταίο τρίτο της διαδρομής το γένος μας κυριάρχησε και ο άνθρωπος Homo εξαπλώθηκε σε νέα περιβάλλοντα, που περιλάμβαναν γεωγραφικές περιοχές έξω από την αφρικανική ήπειρο. Μέχρι τα 1,8 εκατομμύρια χρόνια πριν ο Homo erectus ζούσε ήδη στον Καύκασο, ενώ δεν αποκλείεται να είχε μεταναστεύσει και μέχρι την Κίνα νωρίτερα, αν αποδοθούν σε αυτόν τα λίθινα εργαλεία ηλικίας 2,1 εκατομμυρίων χρόνων, που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα εκεί. Συγκρινόμενος με τους αυστραλοπιθήκους, ο erectus είχε μεγαλύτερο εγκέφαλο (και σώμα) και πόδια δομημένα για διάνυση μεγάλων αποστάσεων, γεγονός που δεν τον περιόριζε σε μικρές χωροκράτειες ή σε διαβίωση κοντά σε πηγές νερού.

Παρά τη διασπορά του erectus έξω από την Αφρική, να έχουμε κατά νου ότι το κύριο ρεύμα της ανθρώπινης εξέλιξης -που έμελλε να καθορίσει και το δικό μας γενετικό προφίλ- παρέμεινε εντός της ηπείρου και μετά τα δύο εκατομμύρια χρόνια, σχεδόν μέχρι τις 900 χιλιάδες χρόνια πριν, οπότε περνά στο εξελικτικό προσκήνιο και η Ευρασία. Ο erectus συνέχιζε την παρουσία του στη μαύρη ήπειρο, αρχικά στη νότια Αφρική σχεδόν δύο εκατομμύρια χρόνια πριν (στη θέση Drimolen κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ) και, αργότερα -για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια- σε μεγάλο μέρος της ηπείρου (με διάσπαρτες θέσεις σε Κένυα, Αιθιοπία, Ερυθραία, Τανζανία, Μαρόκο), ενώ μέχρι 1,6 εκατομμύρια χρόνια πριν συνυπήρχε μαζί με δύο άλλα είδη ανθρώπων, τον Homo habilis και τον Homo rudolfensis, κάπου στην ανατολική Αφρική.

Εμείς, οι ανατομικά σύγχρονοι άνθρωποι, οι Homo sapiens, έπρεπε να περιμένουμε τη σειρά μας, για πάνω από ένα εκατομμύριο χρόνια ακόμα (μετά τον habilis), μέχρι να εμφανιστούμε ακμαίοι και φρέσκοι στις αφρικανικές σαβάνες και αφού πρώτα είχαμε κουνήσει μαντήλι αποχωρισμού στα «ξαδέλφια» μας που ζούσαν στην κοιλάδα Νεάντερ της Γερμανίας και στο σπήλαιο Ντενίσοβα της Σιβηρίας.

Από παλαιογενετικές μελέτες γνωρίζουμε σήμερα ότι 700-600 χιλιάδες χρόνια πριν, ο κοινός κλάδος των Homo neanderthalensis και των Denisovan (των «Neandersovans»), δύο  ειδών που τότε βρίσκονταν στα σπάργανα, διαχωρίστηκε από την εξελικτική γραμμή που έδωσε τους προγόνους των ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων. Το ζητούμενο στον ισχυρισμό αυτό (εξακολουθεί να) είναι διττό, από ποιο είδος και πού ακριβώς έγινε ο διαχωρισμός αυτών των στενών συγγενών μας; Η κοινή πεποίθηση μέχρι τώρα είναι ότι αυτός ο αρχαϊκός κλάδος γεννήθηκε μέσα από τη γραμμή του αφρικανικού erectus -πιθανώς μέσω του Homo heidelbergensis– και ότι, ακολούθως, εισέβαλε γύρω στις 600 χιλιάδες χρόνια πριν στην Ευρασία, όπου έδωσε, μεταγενέστερα, γένεση στους γνώριμους Νεάντερταλ στα δυτικά και τους γνωστούς-άγνωστους Ντενίσοβαν στα ανατολικά (θεωρητικά, σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο κοινός τους πρόγονος θα μπορούσε να ανάγεται σε πληθυσμούς του erectus της Ευρασίας, αν ο διαχωρισμός τους είχε γίνει πολύ πιο πίσω στο παρελθόν).

Ένα ερωτηματικό, για το αν ο heidelbergensis είναι ο ξεκάθαρος πρόγονος και των ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων, άρχισε να μας ταλαιπωρεί πρόσφατα, μετά τη «νεαρή» χρονολόγηση της ηλικίας του κρανίου του «Ανθρώπου της Ροδεσίας» (Homo rhodesiensis/heidelbergensis) στα 299 χιλιάδες χρόνια και την πιθανή χρονική συνύπαρξή του με τον sapiens στην Αφρική (μήπως διασταυρωνόμασταν και μεταξύ μας ως καλοί «γείτονες»; ποιος ξέρει).

Ίσως, όμως, υπάρχει ένας καλύτερος υποψήφιος για πρόγονος μας πέρα από τον heidelbergensis. Tα γενετικά συμπεράσματα μίας πρωτοπόρας  παλαιοπρωτεωμικής ανάλυσης σε δόντι ηλικίας 860 χιλιάδων χρόνων, από την Atapuerca της Ισπανίας, δείχνουν ότι  το «ευρωπαϊκό» είδος Homo antecessor είναι πολύ συγγενικό με τον τελευταίο κοινό πρόγονο των Νεάντερταλ, των Ντενίσοβαν και των σύγχρονων ανθρώπων (και των τριών). Αν δεν είναι ο πραγματικός πρόγονός τους (μένει να αποδειχτεί), θα πρόκειται μάλλον για παράλληλο («αδελφό») είδος με αυτόν και σίγουρα τότε ο κοινός τους πρόγονος δεν θα προέρχεται από την Αφρική, αλλά από κλάδο του erectus που ζούσε κάπου στην Ευρασία, πιθανώς στη νοτιοδυτική Ασία, 800 χιλιάδες χρόνια πριν ή και παλαιότερα. Σε μια τέτοια περίπτωση οι πρόγονοι των ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων εύλογα θα λέγαμε ότι κατάγονται από πληθυσμιακές ομάδες εκείνου του erectus που μετανάστευσαν από τη νοτιοδυτική Ασία προς την Αφρική, 700-600 χιλιάδες χρόνια πριν, όπου εξελίχθηκαν τελικά στους πρώτους αρχαϊκούς Homo sapiens.

Το χαριτωμένο στην περίπτωση του antecessor είναι το «ανθρώπινο» πρόσωπό του, που είναι αρκετά σύγχρονο στην όψη, λεπτοκαμωμένο και μοιάζει περισσότερο με το δικό μας, παρά με αυτό του heidelbergensis (χαρακτηριστικό παράδειγμα του τελευταίου και ο δικός μας «Άνθρωπος των Πετραλώνων») ή του neanderthalensis. Μας δίνει μία πιο ξεκάθαρη εικόνα για το πως θα έμοιαζε φυσιογνωμικά ο πρόγονός μας και, παρά το αρχαίο της ηλικίας του, μας δηλώνει ότι το είδος μας είναι αυτό που διατήρησε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, σε αντίθεση με τους Νεάντερταλ που -ευτυχώς για εμάς- είναι εκείνοι που «άλλαξαν πρόσωπο» κατά τη διάρκεια της δικής τους εξέλιξης.

Με το εξελικτικό κουβάρι να ξετυλίγεται πια σε Αφρική, Ευρώπη και Ασία με πληθώρα αρχαϊκών ή απροσδιόριστων μορφολογικών τύπων κοντά στα 450 χιλιάδες χρόνια πριν, οδεύουμε (επιτέλους) από τους προνεαντερτάλειους τύπους ανθρώπων (των σπηλαίων) στους διάσημους «αγριάνθρωπους», τους Νεάντερταλ και στα «δικά μας παιδιά», τους sapiens. Η αυλαία για εμάς ανοίγει κάπου στο Μαρόκο 315 χιλιάδες χρόνια πριν, με την απαιτητική (και πολύ επινοητική) παράστασή μας να λαμβάνει χώρα σε όλη την αφρικανική ήπειρο, μέχρι το μεγάλο ταξίδι μας έξω από αυτή (Out of Africa) περίπου 250 χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν πια θα έχουμε κάνει το αγροτικό μας.

Ένα μέρος της αφρικανικής ποικιλομορφίας εξαπλώθηκε τότε στον υπόλοιπο Παλαιό Κόσμο, με αποτέλεσμα όλοι οι σύγχρονοι μη αφρικανικοί πληθυσμοί να μοιράζονται μία γενετική στενωπό στην ιστορία τους γύρω στα 70-60 χιλιάδες χρόνια πριν (σε αντίθεση με τους σημερινούς Αφρικανούς που μοιράζονται μία πολύ πιο βαθιά και πλούσια γενετική κληρονομιά). Και πριν, όμως, από αυτό το χρονικό ορόσημο δεν θα μπορούσαμε να μην είχαμε κάνει και κάποιες σποραδικές «εκδρομές» -ως ταξιδιάρικά πλάσματα που είμαστε- φτάνοντας από την Ελλάδα 210 χιλιάδες χρόνια πριν, όπου ανακαλύφθηκε ένα κρανίο  sapiens στη θέση Απήδημα της Μάνης μέχρι και τη νότια Κίνα 100 χιλιάδες χρόνια πριν, όπου ξεθάφτηκαν δεκάδες ανθρώπινα δόντια στο σπήλαιο Fuyan της επαρχίας Daoxian.

Από ό, τι φαίνεται όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι, ως είδος, έχουμε μία βιολογική καταγωγή πολύ βαθύτερη χρονικά από όσο πιστεύαμε μέχρι τώρα (σίγουρα άνω των 350 χιλιάδων χρόνων) και δεν προερχόμαστε αποκλειστικά από μία μικρή πληθυσμιακή ομάδα, μία γενετική στενωπό, ηλικίας 150 χιλιάδων χρόνων (όπως προδίκαζαν παλιότερες εκτιμήσεις κάποιων σημαντικών απολιθωμάτων) σε κάποια απόμερη γωνιά της Αφρικής. Η (επιστημονική) μόδα των ημερών θέλει -με πειστικά, είναι η αλήθεια, επιχειρήματα- το είδος μας να γεννήθηκε, πράγματι, στην Αφρική, αλλά να «ξεπήδησε» μέσα από πολλές αρχαϊκές ομάδες, διάσπαρτες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους (περισσότερο από όσο διαφέρουν οι σημερινοί πληθυσμοί του πλανήτη), οι οποίες, αν και δεν ξέρουμε πως ακριβώς αλληλοεπιδρούσαν πολιτισμικά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι επέτρεπαν λίγο έως πολύ τις γονιδιακές ροές μεταξύ τους. Η πρόσφατη ανακάλυψη στη νότια Κένυα (στη θέση Olorgesailie) εργαλείων από οψιδιανό, ηλικίας 300 χιλιάδων χρόνων, που είχε μεταφερθεί εκεί από πολύ μακρινότερες περιοχές είναι μία πρώτη απόδειξη αυτής της αλληλοεπίδρασης και μίας (έμφυτης) επιθυμίας των πρώτων sapiens για μεγαλύτερη «κοινωνική δικτύωση».

Στη δεκαετία του 1990 οι ανθρωπολόγοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να βρουν τους πρώτους «ανατομικά σύγχρονους ανθρώπους» -πιθανώς μέσα από ένα «κατάλληλο» αρχαίο κρανίο- και να ανακαλύψουν, έτσι, το ένα και μοναδικό γεωγραφικό μέρος όπου εκείνος ο μικρός πληθυσμός της στενωπού θα είχε ζήσει. Σήμερα, όμως,  κρανιακά απολιθώματα αρχαϊκών Homo sapiens σπρώχνουν χρονολογικά την εμφάνισή μας πολύ πιο πίσω στο παρελθόν.

Ενδεικτικά αναφέρονται ο επαναπροσδιορισμός, ως αρχαϊκού sapiens, ενός κρανίου με «μωσαϊκή» μορφολογία από το Florisbad της νότιας Αφρικής ηλικίας 260 χιλιάδων χρόνων και η επανεξέταση της στρωματογραφίας του Jebel Irhoud στο Μαρόκο που έδωσε για τα σχετικά κρανία sapiens μία ηλικία 315 χιλιάδων χρόνων. Αξίζει να καταγραφεί σχετικά και το δικό μας εύρημα, ελληνικού ενδιαφέροντος, το κρανίο Απήδημα 1 ηλικίας 210 χιλιάδων χρόνων που ανήκει σε (πολύ) αρχαϊκό sapiens και το οποίο βρέθηκε στο ομώνυμο σπήλαιο στη Μάνη από την ομάδα της παλαιοανθρωπολόγου Κατερίνας Χαρβάτη. Πρόκειται για τον αρχαιότερο άνθρωπο (sapiens) στην Ευρώπη (και έξω από την Αφρική). Προφανώς, τα παραπάνω (όπως και άλλα) απολιθώματα ήταν συγγενικά (μάλλον ως υποείδη που ανήκαν στο ίδιο είδος), αλλά δεν ήταν όλα «σύγχρονα» και πιθανότατα κανένα τους δεν συνδεόταν μορφολογικά περισσότερο από τα άλλα με τους σημερινούς κρανιομετρικούς τύπους της Αφρικής.

Την τελευταία πενταετία και η ανάλυση αρχαίου DNA από την Αφρική φαίνεται να επιβεβαιώνει το ότι η διαφοροποίηση των προγόνων των σύγχρονων Αφρικανών ήταν ήδη εν εξελίξει 300 χιλιάδες χρόνια πριν. Τουλάχιστον δύο πολύ παλιές εξελικτικές γραμμές έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, με τη μία, την πιο παλιά, να είναι αυτή που έχει δώσει στη νότια Αφρική τη σημερινή πληθυσμιακή ομάδα των Khoe-San (πρόκειται για την αρχαιότερη σε όλο τον πλανήτη και με τη μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία) και την άλλη, την πιο νεότερη, να είναι προγονική των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών της κεντρικής Αφρικής και μίας άλλης άγνωστης «ομάδας-φάντασμα». Πιθανώς, στις δύο αυτές αφρικανικές γραμμές οφείλει τις πιο βαθιές γενετικές της ρίζες όλη η σύγχρονη ανθρωπότητα.

Από την Αρχαιολογία γνωρίζουμε, επίσης, ότι μεταξύ 350 και 50 χιλιάδων χρόνων πριν οι περισσότερες ανθρωπολογικές θέσεις της Αφρικής δείχνουν ένα σύνολο διαφορετικών λιθοτεχνιών και πολιτισμικών παραδόσεων (π.χ. λεπίδων και χρωστικών), γνωστών στο σύνολό τους ως Μέση Εποχή του Λίθου, που δεν εμφανίστηκαν μονομιάς σε όλη την ήπειρο, αλλά με μία στικτή συνέχεια στο χώρο και το χρόνο. Στα πλαίσια αυτού του προτύπου (και με τη βοήθεια των ακριβέστερων χρονολογήσεων) αρχίζει να διαμορφώνεται η νέα θεωρία για ένα δίκτυο αλληλεπίδρασης, γενετικής και κοινωνικής, μεταξύ διαφορετικών αρχαϊκών πληθυσμών Homo sapiens (ή/και άλλων ανθρωπίνων που βρίσκονταν στα πρόθυρα του αρχαϊκού sapiens) σε όλη την έκταση της Αφρικής -κάτι σαν την «πολυτοπική εξέλιξη», αλλά όχι με την παραδοσιακή της ερμηνεία. Έτσι, δεν έχει νόημα πια και η αναζήτηση του «λίκνου της ανθρωπότητας» σε μία μοναδική γεωγραφική θέση, κάτι που πιστεύαμε σχεδόν ασυζητητί μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Η Αφρική, από ό, τι φαίνεται, ήταν διάσπαρτη από πληθυσμούς αρχαϊκών sapiens, καθένας από τους οποίους διάρκεσε περισσότερο από ότι ολόκληρη η ιστορία των σύγχρονων ανθρώπων στον υπόλοιπο πλανήτη και συνέβαλε με το δικό του μοναδικό τρόπο στο παλαιολιθικό μας παρελθόν και τη γενετική μας ποικιλομορφία.

Οι νέες πληροφορίες και υποθέσεις για την πολύ πρόσφατη εξέλιξή μας δεν περιορίζονται, όμως, σε όσα αφορούν μόνο τα του είδους μας. Νέα γενετικά δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι ανατομικά σύγχρονοι άνθρωποι, από την αρχή της παρουσίας τους, όχι μόνο αλληλοεπιδρούσαν μεταξύ τους ποικιλοτρόπως, αλλά διασταυρώνονταν και με άλλα είδη ανθρωπίνων -όπως και οι τελευταίοι μεταξύ τους- δημιουργώντας «απογόνους-υβρίδια» σε όλο το γνωστό Παλαιό Κόσμο (εντυπωσιακότερο παράδειγμα όλων η «Denny», ένα κορίτσι 13 χρόνων που έζησε 90 χιλιάδες χρόνια πριν στο σπήλαιο Denisova και είχε μητέρα Νεάντερταλ και πατέρα Ντενίσοβαν!). Βασικά, υπήρχαμε και εμείς «οι σοφοί», αλλά υπήρχαν γύρω μας και «οι άλλοι», οι «παράξενοι». Στον χρονικό ορίζοντα λ.χ. των 300 χιλιάδων χρόνων, περιδιάβαιναν την Αφρική οι heidelbergensis μαζί με τους naledi και τους sapiens, όταν στην Ευρασία εμφάνιζαν παράλληλες ζωές οι neanderthalensis, οι Ντενίσοβαν, τα Χόμπιτς floresiensis και luzonensis (ο ρούκυ της παρέας) και, ίσως ακόμα και ο erectus (που βολόδερνε κάπου στην Ινδονησία). 

Φανταστείτε το σενάριο, να περπατάτε σε ένα δασικό δρόμο, να συναντάτε κάποιον άλλο «άνθρωπο» που να σας μοιάζει λίγο-πολύ, να ανταλλάσσετε βλέμματα, ίσως και κάποιο χαιρετισμό, αλλά αυτός ο «άλλος» να μην είναι Homo sapiens όπως εσείς! Και όχι μόνο αυτό, αν είναι και του αντιθέτου φύλου να έλκεστε ερωτικά! Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να το ζήσουμε σήμερα (είμαστε το μόνο είδος ανθρώπου που έχει απομείνει στον πλανήτη), αλλά στο παρελθόν μπορεί να ήταν κοινός τόπος. Έχει αποδειχτεί την τελευταία δεκαετία ότι όλοι οι σημερινοί άνθρωποι μη αφρικανικής καταγωγής  είμαστε «υβρίδια» -όχι και τόσο σωστός ο όρος, αλλά εκλαϊκευμένα αυτός συνηθίζεται- και κουβαλάμε μέσα μας DNA είτε από Νεάντερταλ, είτε από Ντενίσοβαν (ή και των δύο). Ίσως, τελικά, η επιμειξία είναι στη φύση μας!

Και δεν είναι μόνο αυτό, οι επιστήμονες σήμερα κάνουν το story ακόμα πιο ενδιαφέρον. Η νέα αντίληψη για κάποιους εξαφανισμένους «πληθυσμούς-φαντάσματα» για τους οποίους, αν και δεν έχουμε απολιθώματα, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι έχουν ενσταλάξει μέσα μας (ή σε άλλα αρχαϊκά είδη) ίχνη του αρχαίου DNA τους μέσω επιμειξιών, μπορεί να φαίνεται επιστημονικής φαντασίας, αλλά είναι αληθινή και ισχύει ακόμα και για κάποιους από τους σημερινούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της υποσαχάριας Αφρικής (κάτι που σημαίνει ότι δεν αποκλείεται μία πολύ αρχαϊκή ομάδα άγνωστων ανθρωπίνων να επέζησε εκεί μέχρι πολύ πρόσφατα, ακόμα και μετά την έξοδο του είδους μας από την αφρικανική ήπειρο).

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ένα μέρος τους τουλάχιστον. Και για να τα «συναρμολογήσουμε» σωστά καταφεύγουμε πια όχι μόνο στην παλαιοανθρωπολογία, αλλά και στην παλαιογενετική και την παλαιολιθική αρχαιολογία (και όχι μόνο). Το  σίγουρο είναι ότι μέσα στον 21ο αιώνα βλέπουμε μία κοσμογονία στις γνώσεις μας για την καταγωγή και εξέλιξη του είδους μας, όχι μόνο γιατί έχουν προκύψει πολλά νέα δεδομένα μαζεμένα σε σύντομο χρόνο, αλλά, κυρίως, γιατί ορθολογικά αναθεωρούμε -και σωστά κάνουμε, «τά πάντα ρεί»- την ερμηνεία πολλών από όσα αποδεχόμασταν ως βασικά αξιώματα της επιστήμης. Αυτό σημαίνει sapiens.

Ι.Σ.Οκτώβριος 2020

Εικόνα επικεφαλίδας: ©PBSUtah