ΠΑΛΑΙΟΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ

Συχνά αναρωτιόμαστε από ποιους προϊστορικούς ανθρώπους καταγόμαστε, με πολλούς από εμάς να κάνουν την κρυφή σκέψη ότι οι πρόγονοί μας, οι «αρχαίοι Έλληνες», θα ήταν και οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν και έζησαν στον ελλαδικό χώρο. Προφανώς δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Αν και ιστορικά θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχουμε ως μία ομάδα αυτοχθόνων εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον, η φυσική παρουσία ανθρώπων στα μέρη μας με τη σύγχρονη μορφή του Homo sapiens πηγαίνει δέκα φορές πιο πίσω στο παρελθόν, κοντά στα 40 χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα. Εκείνοι οι πρώτοι «κάτοικοι» δεν κουβαλούσαν τίποτα το «ελληνικό» μαζί τους, παρά μία μόνο πολιτισμική ταυτότητα, αυτή του Cro-Magnon («Κρο-Μανιόν»).

Ακόμα κι αυτοί, όμως, δεν ήταν τα πρώτα ανθρώπινα πλάσματα που αντίκρυζαν τις ορεινές βραχοσκεπές της Πίνδου ή τα παράκτια σπήλαια του Αιγαίου. Τα ξαδέλφια μας οι Νεάντερταλ, αλλά και πιο μακρινοί συγγενείς μας, όπως οι άνθρωποι της Χαϊδελβέργης, περιδιάβαιναν κάποτε, εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν, τον ευρύτερο χώρο της ελληνικής χερσονήσου, αφήνοντας πίσω τους απολιθώματα και σημάδια της παρουσίας τους, που επιτρέπουν σε εμάς σήμερα να τα μελετάμε και να βγάζουμε συμπεράσματα, όχι μόνο για την προϊστορία μας, αλλά και για την εξέλιξη του ανθρώπου.

Ιχνηλατώντας απολιθωμένα οστά και λίθινα εργαλεία αυτών των αρχαϊκών ανθρώπων, διαπιστώνουμε ότι με δυσκολία ξεπερνάμε έναν ορίζοντα 500 χιλιάδων χρόνων, φτάνοντας μέχρι την Κατώτερη Παλαιολιθική και κοντά στο όριο που έγινε ο διαχωρισμός του Homo neanderthalensis από το Homo sapiens. Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το πλαίσιο-αντικείμενο της σύγχρονης Παλαιοανθρωπολογίας στην Ελλάδα, η αναζήτηση και η ταυτοποίηση, κυρίως μέσω απολιθωμάτων, όλων των μορφών του ανθρώπου που πάτησαν πόδι στα μέρη μας κατά την Παλαιολιθική, μία πολιτισμική φάση που χοντρικά -για το ανθρώπινο γένος και τον Παλαιό Κόσμο- αρχίζει γύρω στα 2,6 εκατομμύρια χρόνια πριν με την κατασκευή λίθινων εργαλείων και συμπίπτει με την εποχή του Πλειστόκαινου και των παγετώνων. Για τον ελλαδικό χώρο, η άφιξη των πρώτων «ανθρώπων» -ή, πιο τυπικά, των πρώτων ανθρωπίνων- αναμένεται να έγινε πολύ αργότερα, προς το Μέσο Πλειστόκαινο, με βάση αρχαιολογικά και πανιδικά ευρήματα άλλων περιοχών της Μεσογείου.

Παλαιοανθρωπολογία, όμως, δεν σημαίνει μόνο απολιθώματα. Συμπεράσματα για τη βιολογία και την εξέλιξη του ανθρώπου βγαίνουν μέσα και από τις πέτρες, αφού τα λίθινα εργαλεία και τέχνεργα είναι συνηθέστερα τα μόνα ευρήματα μίας προϊστορικής ανασκαφής. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η Ελλάδα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στο χώρο της Παλαιοανθρωπολογίας και στο χάρτη της παλαιολιθικής Ευρώπης, παρά τον εντοπισμό σποραδικών και μη ασφαλώς χρονολογημένων αρχαιολογικών ή παλαιοντολογικών ευρημάτων. Συστηματικές παλαιολιθικές έρευνες ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960, με τις επιστημονικές αποστολές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών και της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Πελοπόννησο και της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών στην Ήπειρο. Παραδοσιακά, βεβαίως, η αρχαιολογική σκαπάνη εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να δείχνει μία προτίμηση σε μεταγενέστερες φάσεις της προϊστορίας μας, όπως στην Εποχή του Χαλκού και, φυσικά, την Κλασική Εποχή της αρχαίας Ελλάδας. Από το μάθημα της Ιστορίας στα σχολεία, θυμόμαστε τον Αγαμέμνονα από τις Μυκήνες, όχι τον Άνθρωπο των Πετραλώνων.

Αργότερα, στις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90  η παλαιολιθική έρευνα εντατικοποιήθηκε με τις έρευνες και Ελλήνων επιστημόνων της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας, ενώ σχετικά πρόσφατα άρχισε -ουσιαστικά μετά το απολιθωμένο κρανίο στα Πετράλωνα- και η παλαιοανθρωπολογική έρευνα των ελληνικών πανεπιστημίων, σε μία προσπάθεια να συνδυαστεί το αρχαιολογικό αρχείο με εκείνο των απολιθωμάτων.

Έτσι, σιγά-σιγά, η Παλαιολιθική στην Ελλάδα έπαψε να είναι μία περίοδος ασυνεχής στο χώρο και το χρόνο και ο παλαιολιθικός χάρτης της άρχισε να γεμίζει με αρκετές σημαντικές θέσεις, που εκτείνονται εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πίσω στο παρελθόν. Οι θέσεις αυτές ποικίλουν ως προς το μέγεθος, το είδος και τον αριθμό των ευρημάτων που διασώζουν, τις συνθήκες δημιουργίας και διατήρησής τους και την επιστημονική ή άλλη τεκμηρίωσή τους.

Οι σημαντικότερες παλαιολιθικές θέσεις της Ελλάδας. Ξεχωρίζουν τα Πετράλωνα και τα Απήδημα για τα απολιθώματά τους. (Χάρτης τροποποιημένος από Harvati 2016).

Σημαντική πρόοδος έχει επιτευχθεί μετά το 2000 και το αρχείο έχει εμπλουτιστεί με νέο υλικό, συγκεντρωμένο κυρίως στο πλαίσιο τοπικών επιφανειακών επισκοπήσεων, αλλά και μέσω συστηματικών ή διασωστικών ανασκαφών. Στόχος δεν είναι πια μόνο οι βραχοσκεπές και τα σπήλαια, αλλά και οι υπαίθριες θέσεις πεδίου, τόσο της ηπειρωτικής ενδοχώρας, όσο και των νησιών, κυρίως του Αιγαίου. Σε αυτό το νέο τοπίο είναι που αναζητά τα φυσικά αντικείμενά της, τα ανθρωπιδικά απολιθώματα, η ελληνική Παλαιοανθρωπολογία.

Μεγάλη ώθηση στην εγχώρια παλαιοανθρωπολογική έρευνα έδωσε την τελευταία δεκαετία το PaGE (Paleoanthropology at the Gates of Europe: Human Evolution in the Southern Balkans, 2012-16). Πρόκειται για ένα 5ετές ερευνητικό πρόγραμμα με τον επιμέρους στόχο της μελέτης της εξέλιξης του ανθρώπου στα νότια Βαλκάνια, του οποίου ηγήθηκε η Ελληνίδα παλαιοανθρωπολόγος Κατερίνα Χαρβάτη του πανεπιστημίου Tübingen της Γερμανίας σε συνεργασία με την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας νότιας Ελλάδας, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα.

Η Ελλάδα, καταλαμβάνοντας το νότιο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου, βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μικράς Ασίας και Εγγύς Ανατολής, το οποίο ήταν ο κύριος μεταναστευτικός διάδρομος διασποράς προς τη γηραιά ήπειρο, τόσο των αρχαϊκών, όσο και των σύγχρονων ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια των παγετωδών περιόδων του Μέσου/Ανώτερου Πλειστόκαινου (780-125/125-11,5 χιλιάδες χρόνια πριν) -μία γεωλογική διάκριση που θα χρησιμοποιούμε αρκετά συχνά και που, άτυπα, συμπίπτει με την Παλαιολιθική της Ελλάδος- πιστεύουμε ότι ο ελλαδικός χώρος διατηρούσε περιοχές καταφυγίων για χλωριδικές και πανιδικές κοινότητες, αλλά και για ανθρώπινους πληθυσμούς, που αναπόφευκτα θα άφησαν τα βιοδηλωτικά ίχνη τους στο παλαιοανθρωπολογικό αρχείο.

Θα περιμέναμε, λοιπόν, λόγω της κομβικής θέσης της η Ελλάδα να είναι γεμάτη από απολιθώματα ανθρωπίνων. Ωστόσο, μόνο ένα μικρό ποσοστό του αρχείου της έχει διασωθεί από το Μέσο Πλειστόκαινο και μετά, αφού ελάχιστες ιζηματογενείς αποθέσεις από τότε έχουν διατηρηθεί (λόγω και του έντονου ανάγλυφού της) και ένα μεγάλο μέρους του αρχαίου εδάφους βρίσκεται πια στο βυθό του Αιγαίου (στο παρελθόν ήταν ξηρά το μεγαλύτερο μέρος του). Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η έλλειψη ευρημάτων, αφού -παρόλα αυτά- έχουν ανακαλυφθεί κατά τόπους λ.χ. και χειροπελέκεις και απολιθώματα, όσο η επισφαλής χρονολόγησή τους, λόγω απροσδιόριστου στρωματογραφικού ή πανιδικού περιβάλλοντος για πολλά από αυτά.

Ένα παράδοξο στην ελληνική παλαιοανθρωπολογική έρευνα, όπως προκύπτει από πολύ πρόσφατα ανασκαφικά δεδομένα, είναι η μάλλον καθυστερημένη πρώτη εμφάνιση αρχαϊκών ανθρώπων στον ελλαδικό χώρο, κάπου κοντά στα 500 χιλιάδες χρόνια πριν, στην Πελοπόννησο, όταν η αρχαιότερη παρουσία και το παλαιότερο απολίθωμα αντιπροσώπων του γένους Homo (πιθανότατα του erectus) στη γεωγραφική γειτονιά μας ανάγονται στα 1,4 εκατομμύρια χρόνια πριν, στις θέσεις Ubeidiya του Ισραήλ και Denizli της δυτικής Μικράς Ασίας αντίστοιχα.

Η απουσία αρχαιότερων ευρημάτων στα πάτρια εδάφη γίνεται ακόμα πιο αινιγματική, αν αναλογιστούμε ότι η νοτιοδυτική Ευρώπη είχε, ήδη, έλθει σε επαφή με πληθυσμούς ανθρωπίνων (Homo antecessor) 1,2-0,8 εκατομμύρια χρόνια πριν, όπως αποκαλύπτουν απολιθώματα από την οροσειρά Atapuerca στα βόρεια της Ιβηρικής ή και ακόμα παλιότερα, 1,4 εκατομμύρια χρόνια πριν, σύμφωνα με το αρχαιότερο για την Ευρώπη ανθρωπολογικό εύρημα ενός δοντιού, πάλι στην Ιβηρική, στη θέση Barranco-León/Orce. Σύμφωνα με μία νέα υπόθεση, οι πρώτοι ανθρωπίνοι, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, θα μπορούσαν να είχαν διέλθει από την ελληνική χερσόνησο κοντά στο ένα εκατομμύριο χρόνια πριν, στα πλαίσια μίας ευρείας περιβαλλοντικής αλλαγής που έλαβε χώρα κατά το Ύστερο Κατώτερο Πλειστόκαινο, ακολουθώντας κοπάδια μεγάλων φυτοφάγων ζώων, ασιατικής προέλευσης, στη διασπορά τους προς τα νεοεμφανιζόμενα ανοιχτά λιβάδια της νότιας Ευρώπης ή/και της βόρειας ακτογραμμής της Μεσογειακής λεκάνης.

Έχοντας ως αφετηρία όλα τα παραπάνω, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μία συνοπτική αναφορά σε όλα τα ανθρωπολογικά ευρήματα και τις σημαντικότερες θέσεις ανθρώπινης παρουσίας του ελλαδικού χώρου (μέχρι την Κύπρο) για όλο το χρονικό παράθυρο της Παλαιολιθικής. Αναπόφευκτα, μία τέτοια καταγραφή, θα περιλαμβάνει και μερικά, έστω, από τα πιο ενδεικτικά λίθινα ευρήματα (εργαλεία και τέχνεργα) της περιόδου, κυρίως από ανασκαμμένες θέσεις γνωστής στρωματογραφίας. Όπως θα διαπιστώσουμε, τα ανθρώπινα απολιθώματα, στο σύνολό τους, δείχνουν μία ξεκάθαρη παρουσία ανθρώπων τα τελευταία, τουλάχιστον, 350 χιλιάδες χρόνια.

ΜΕΣΟ ΠΛΕΙΣΤΟΚΑΙΝΟ – Κατώτερη Παλαιολιθική

Ξετυλίγοντας, λοιπόν, το κουβάρι της προϊστορίας μας και ταξιδεύοντας πίσω στο Μέσο Πλειστόκαινο, συναντάμε τη θέση Μαραθούσα 1 στη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, την αρχαιότερη από τις υπαίθριες θέσεις της Κατώτερης Παλαιολιθικής και ανατολικότερα, τα Ροδαφνίδια Λέσβου, που σηματοδοτούν την πρώτη συστηματική ανασκαφή πεδίου της Κατώτερης Παλαιολιθικής που καταγράφεται στη χώρα μας, ήδη από το 2012, με σημαντικά λίθινα ευρήματα «αφρικανικών στοιχείων». Στο παρελθόν, τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ιδιαίτερες ανασκαφικές προσπάθειες, που έδωσαν και ανθρωπολογική μαρτυρία, είχαν γίνει στο σπήλαιο των Πετραλώνων στη Χαλκιδική, παραπέμποντας, όμως, στα όρια μεταξύ Κατώτερης και Μέσης Παλαιολιθικής.

Ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση, για τους μη εξοικειωμένους με τις χρονολογίες της Παλαιολιθικής. Ειδικά για την Ελλάδα, τα όρια μεταξύ των φάσεων της είναι κάπως αχνά, με τη γραμμή μεταξύ Κατώτερης και Μέσης Παλαιολιθικής να τραβιέται στα 250/200 χιλιάδες χρόνια πριν (και οι δύο φάσεις μαζί προσδιορίζονται μερικές φορές ως «πρώιμη Παλαιολιθική») και την Ανώτερη Παλαιολιθική (των σύγχρονων, πια, ανθρώπων) να αρχίζει στα 50-45 χιλιάδες χρόνια πριν (αν και σε μερικές περιπτώσεις, συνήθως με νεαντερτάλια ευρήματα, η Μέση Παλαιολιθική μπορεί να φτάνει μέχρι τα 30 χιλιάδες χρόνια πριν).

Γενικά για τις θέσεις της Κατώτερης Παλαιολιθικής στην Ελλάδα γνωρίζουμε ότι είναι λίγες και διάσπαρτες, με ελάχιστες παλαιοανθρωπολογικές μαρτυρίες, που διασώζουν συνήθως είτε σποραδικά λίθινα εργαλεία πρώιμης μορφολογίας, είτε αποσπασματικά και αδημοσίευτα πανιδικά κατάλοιπα. Στις υπαίθριες θέσεις της περιόδου με αρχαιολογικό ενδιαφέρον, θα μπορούσαν, ίσως, να προστεθούν δύο ακόμα, ο Κοκκινόπηλος στην Ήπειρο (με αμφίπλευρα λίθινα ευρήματα 170-200 χιλιάδων χρόνων και ένα χειροπέλεκυ >200 χιλιάδων χρόνων) και ο Πλακιάς στην Κρήτη (με ένα ετερογενές λίθινο σύνολο ηλικίας 114-130 χιλιάδων χρόνων τουλάχιστον), για τον οποίο ακολουθεί ξεχωριστή αναφορά παρακάτω. Με εξαίρεση τη Μαραθούσα 1, που χρονολογικά εκτιμάται  στα 500-400 χιλιάδες χρόνια πριν, οι άλλες τρεις θέσεις τοποθετούνται προς τα τέλη του Μέσου Πλειστόκαινου.

Η Μαραθούσα 1 είναι μία υπαίθρια θέση στη λεκάνη της Μεγαλόπολης, που είναι από παλιά γνωστή για τα πλούσια παλαιοντολογικά ευρήματά της. Ανακαλύφθηκε πρόσφατα, όταν κατά τη διάρκεια επιφανειακής επισκόπησης, εντοπίστηκαν εργαλεία μικρολιθικού χαρακτήρα μαζί με σκελετικά κατάλοιπα από ελέφαντα. Η περιοχή είχε δώσει στο παρελθόν, κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60, ένα ανθρώπινο δόντι (3ος άνω γομφίος), που παραμένει έως σήμερα αγνώστου ταυτότητας, αφού δεν έχει προσδιοριστεί το είδος του ανθρώπου στο οποίο ανήκει (θα μπορούσε να είναι κάποιο πρώιμο αφρικανικό είδος, erectus ή heidelbergensis).

Μία πρώτη και έμμεση εκτίμηση για την ηλικία του, με βάση τα κατάλοιπα πανίδας που βρέθηκαν μαζί του, το τοποθετούσαν αόριστα κάπου στο Μέσο Πλειστόκαινο και σήμερα χρονολογείται στα 900-300 χιλιάδες χρόνια πριν. Σε μία πρώιμη γεωλογική ηλικία φαίνεται να καταλήγει και πρόσφατη συγκριτική μελέτη του ευρήματος μαζί με άλλους γομφίους διαφόρων χαρακτηριστικών αντιπροσώπων του γένους Homo. Πρόκειται, μάλλον, για το αρχαιότερο ανθρωπολογικό εύρημα του ελλαδικού χώρου, που μαρτυρά τον ερχομό των πρώτων ανθρωπίνων.

Τα Ροδαφνίδια Λέσβου χρονολογούνται μεταξύ Κατώτερης και Μέσης Παλαιολιθικής. Στις ανασκαφές αναγνωρίστηκαν τυπικά εργαλεία της Μέσης Παλαιολιθικής και προϊόντα τεχνικής Levallois, μαζί, όμως, με αμφίπλευρα τέχνεργα αχελαίας μορφολογίας. Λόγω των τελευταίων, η ηλικία της θέσης γέρνει, μάλλον, προς τα τέλη της Κατώτερης Παλαιολιθικής στα 200+ χιλιάδες χρόνια πριν. Συνεπώς, δεν αποκλείεται -παρόλο που δεν βρέθηκαν ανθρώπινα απολιθώματα- η παρουσία κυνηγών-τροφοσυλλεκτών Αχελαίας παράδοσης της Πρώιμης Εποχής του Λίθου από την Αφρική ή άλλων ανθρωπίνων της Μέσης Εποχής του Λίθου που σχετίζονταν με την τεχνική Levallois καιπιθανής προέλευσης από την Εγγύς Ανατολή.

Κάπως πιο θολή είναι η εικόνα και για τα λίθινα ευρήματα από την περιοχή του Πλακιά στη νοτιοδυτική Κρήτη, όπου παλαιολιθικά τέχνεργα, μερικά από τα οποία αποδίδονται -όπως και στα Ροδαφνίδια- στην Αχελαία παράδοση, βρέθηκαν σε κοντινές μεταξύ τους υπαίθριες θέσεις. Αν και τα περισσότερα είναι επιφανειακά ευρήματα, ένας αριθμός δειγμάτων προέρχονται από αδιατάραχτα γεωλογικά στρώματα, που έδωσαν με ραδιοχρονολόγηση ελάχιστες ηλικίες 114-130 χιλιάδων χρόνων, γεγονός που, μαζί με την τυπολογία τους, αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί να είναι και πολύ αρχαιότερα (οι ερευνητές είχαν δηλώσει στους New York Times ότι τα εργαλεία θα μπορούσαν να έχουν ηλικία και 700 [!] χιλιάδων χρόνων). Τα ευρήματα ίσως ανήκουν σε περισσότερες από μία λιθοτεχνίες της Κατώτερης ή/και της Μέσης Παλαιολιθικής. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για λίθινα ευρήματα επιφανειακών επισκοπήσεων από τη γειτονική Γαύδο, που δείχνουν ανθρώπινη παρουσία τόσο από την Κατώτερη, με αχελαίους χειροπελέκεις, όσο (και κυρίως) από τη Μέση Παλαιολιθική, με μουστέρια σύνολα εργαλείων.

Χειροπελέκεις χαλαζία μεγάλου μεγέθους της Κατώτερης/Μέσης Παλαιολιθικής από τη θέση Πρέβελη του Πλακιά. [a] Κοπείς, [b] Αμφίπλευροι και [c] Τρίεδροι. ©Nicholas Thompson. Runnels et al. 2014b. Lower Palaeolithic artifacts from Plakias, Crete. Implications for hominin dispersals. Eurasian Prehistory 11: 129-152.

Αν και οι μελετητές του Πλακιά πιθανολογούν ότι οι κατασκευαστές των εργαλείων θα μπορούσαν, θεωρητικά, να είναι «θαλασσοπόροι» Νεάντερταλ του Βορρά ή ακόμα και Homo heidelbergensis ή Homo erectus που έφτασαν στο νησί με διάσχιση θάλασσας, ίσως και από το Νότο, μία εναλλακτική ερμηνεία, που απορρίπτει την Αχελαία προέλευση των ευρημάτων, αποδίδει τα εργαλεία σε παρόμοιες λιθοτεχνίες πρώιμων Homo sapiens της Μέσης Εποχής του Λίθου από τη βορειοανατολική Αφρική (κατά μήκος της κοιλάδας του Νείλου, από την Αίγυπτο μέχρι το Σουδάν και την Αιθιοπία). Αυτό σημαίνει ότι οι πρώτοι σύγχρονοι άνθρωποι ενδέχεται να έφτασαν στην Κρήτη νωρίτερα από τα 100 χιλιάδες χρόνια πριν. Αν και σε πρώτη ανάγνωση κάτι τέτοιο φαίνεται άτοπο, το εύρημα ενός κρανίου αρχαϊκού Homo sapiens ηλικίας 210 χιλιάδων χρόνων στην κοντινή Μάνη Λακωνίας (βλ. παρακάτω το σπήλαιο Απήδημα) δείχνει ότι τίποτα δεν είναι απίθανο. Ακόμα και το να κατασκευάστηκαν τα λίθινα σύνολα του Πλακιά από προ-νεαντερτάλια ανθρώπινα hobbits σαν αυτά του νησιού Flores!

Όπως και να έχει, η γεωγραφική απομόνωση της Κρήτης, όχι μόνο κατά το Πλειστόκαινο, αλλά και τα τελευταία 5-6 εκατομμύρια χρόνια περίπου, φέρνει τα ευρήματα του Πλακιά στο επίκεντρο των συζητήσεων για τις γνωστικές ικανότητες και τη δυνατότητα θαλάσσιων διασχίσεων ή «ναυτικών ταξιδιών» πρώιμων ανθρωπίνων στη Μεσόγειο. Οι προϊστορικοί άνθρωποι της Κρήτης από κάπου πρέπει να ήλθαν, τυχαία ή σκόπιμα, είτε από σύντομα θαλάσσια περάσματα (Κύθηρα/Αντικύθηρα στα δυτικά ή Ρόδος/Κάσος/Κάρπαθος στα ανατολικά), είτε με διάπλου ανοιχτού πελάγους (από τη Βόρεια Αφρική). Το τελευταίο είναι κομματάκι δύσκολο να το πιστέψουμε, κοιτάζοντας το χάρτη και τα 200 ναυτικά μίλια του Λιβυκού πελάγους που χωρίζουν την Κρήτη από τη βόρεια ακτογραμμή της μαύρης ηπείρου.

Αφήνοντας πίσω μας και τον Πλακιά, διαπιστώνουμε ότι όλες οι παραπάνω θέσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο, δεν έχουν αποκαλύψει (ακόμα) ανθρώπινα απολιθώματα. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλάβουμε σε αυτές, ως case study αμιγούς ανθρωπολογικής ανακάλυψης, και το πιο διάσημο εύρημα της Κατώτερης Παλαιολιθικής, «το κρανίο του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων», το οποίο ανακαλύφθηκε στη βόρεια Ελλάδα, στη Χαλκιδική, το 1960. Χρονολογείται με μεγάλη απροσδιοριστία μεταξύ 700 και 200 χιλιάδων χρόνων πριν, με πιο πιθανή ηλικία, όμως, κοντά στα 350/400 χιλιάδες χρόνια. Η αδυναμία προσδιορισμού της ακριβούς ηλικίας του οφείλεται στην άγνωστη στρωματογραφική θέση του ευρήματος, παρόλο που το κρανίο έχει διατηρηθεί σε εξαιρετική κατάσταση.

Το κρανίο των Πετραλώνων. ©Εργαστήριο Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας, ΑΠΘ. Πηγή: Tourloukis, V., 2010. The Early and Middle Pleistocene Archaeological Record of Greece: current status and future prospects. In C.C. Bakels and H. Kamermans (eds.) Archaeological Studies Leiden University. Leiden University Press, Amsterdam.

Ανήκει στο Homo heidelbergensis, με  αρχαϊκά στοιχεία από Νεάντερταλ (ίσως πρόκειται για πρόγονό τους). Εμφανίζει, επίσης, ομοιότητες με δείγματα αφρικανικών αντιπροσώπων του heidelbergensis και πιο συγκεκριμένα με το κρανίο Kabwe του «ανθρώπου της Ροδεσίας» (Homo heidelbergensis/rhodesiensis). Πρόσφατη ανάλυση του προσώπου του κρανίου των Πετραλώνων δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει μία πιο «νεαντερτάλια» μορφολογία σε σχέση με τους αφρικανικούς ομολόγους του, γεγονός που, κατά κάποιο τρόπο, φανερώνει επαφές του ελλαδικού χώρου με την Αφρική κατά το Μέσο Πλειστόκαινο.

ΜΕΣΟ ΠΛΕΙΣΤΟΚΑΙΝΟ – Μέση Παλαιολιθική

Με τα Πετράλωνα τελειώνει η περιδιάβασή μας στα άδυτα της «ελληνικής» Κατώτερης Παλαιολιθικής, όπου τα ανθρωπολογικά ευρήματα είναι ελάχιστα. Η Μέση Παλαιολιθική, με τη σειρά της, είναι η πιο αντιπροσωπευτική περίοδος της προϊστορίας μας, με δεκάδες θέσεις (οι περισσότερες στη δυτική Ελλάδα), από τις οποίες, όμως, πολύ λίγες έχουν ανασκαφεί. Αν και πρόκειται κυρίως για υπαίθριες θέσεις, με τη Στελίδα της Νάξου να είναι η σημαντικότερη, λόγω της γεωγραφικής θέσης της, ξεχωρίζουν πάλι μερικά σπήλαια με ξεκάθαρη στρωματογραφία και χρονολογημένο αρχαιολογικό υλικό, το Ασπροχάλικο στην Ήπειρο, η Θεόπετρα στη Θεσσαλία, η Κλεισούρα στην Αργολίδα και το σύμπλεγμα σπηλαίων Καλαμάκια, Λακωνίς και Απήδημα στη Μάνη. Το τελευταίο από αυτά και πιο συγκεκριμένα το σπήλαιο Α στα Απήδημα, έχει δώσει πρόσφατα και τη μεγαλύτερη ανθρωπολογική ανακάλυψη της περιόδου.

Δύο απολιθωμένα και μερικώς διατηρημένα κρανία (χωρίς τις κάτω γνάθους τους), τα κρανία Απήδημα 1 και 2, που είχαν ανακαλυφθεί στα τέλη του ’70, επανεξετάστηκαν μετά από 3D ψηφιακή ανασύσταση και χρονολογήθηκαν εκ νέου, δίνοντας ηλικίες 210 και 170 χιλιάδων χρόνων αντίστοιχα. Το κρανίο 1, αν και εμφανίζει «πρωτόγονα» μορφολογικά χαρακτηριστικά, φαίνεται να έχει σφαιρικό νευροκράνιο και αποδίδεται σε πολύ αρχαϊκό Homo sapiens, ενώ το σχετικά πιο πλήρες κρανίο 2 έχει λίγο-πολύ μορφή τύπου Νεάντερταλ. Προφανώς δύο διαφορετικοί «τύποι» ανθρώπων κατοικούσαν στην περιοχή κατά το Ύστερο Μέσο Πλειστόκαινο, με τους Νεάντερταλ να διαδέχονται, παραδόξως ίσως, τους σύγχρονους ανθρώπους και να εγκαθίστανται εκεί μέχρι την οριστική αντικατάστασή τους από τους Κρο-Μανιόν της Ανώτερης Παλαιολιθικής, γύρω στα 40 χιλιάδες χρόνια πριν (όπως προκύπτει από το αρχαιολογικό αρχείο της Πελοποννήσου, βλ. παρακάτω σπήλαια Κλεισούρα και Λακωνίς).

Το Απήδημα 1 είναι το παλαιότερο κρανίο ανατομικά σύγχρονου ανθρώπου έξω από την Αφρική και το δεύτερο αρχαιότερο μετά από αυτό του Jebel Irhoud στο Μαρόκο, ηλικίας 315 χιλιάδων χρόνων. Αν οι αναλύσεις των ερευνητών επιβεβαιωθούν, οι πρώτοι Homo sapiens (έστω και με πολύ αρχαϊκή μορφή) έφτασαν στην Ευρώπη περισσότερο από 160 χιλιάδες χρόνια νωρίτερα από όσο νομίζαμε, γεγονός που παραπέμπει σε νέες αναζητήσεις και υποθέσεις για τις απαρχές του είδους μας. Το γεγονός αυτό είναι, προφανώς, άλλη μία απόδειξη των πολλών διασπορών που επιχείρησαν οι πρώτοι ανατομικά σύγχρονοι άνθρωποι από την Αφρική προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη (και όχι μόνο).

Αν ξανοιχτούμε λίγο στο πέλαγος πέρα από τη Μάνη, κοντά στον χρονολογικό ορίζοντα του σπηλαίου στα Απήδημα ανάγεται και η αρχαιότερη ανθρώπινη παρουσία στο κεντρικό Αιγαίο κατά το Μέσο Πλειστόκαινο, στο λόφο Στελίδα της δυτικής Νάξου, που ξεπερνάει τα 200 χιλιάδες χρόνια πριν. Σε ένα λατομείο πυριτόλιθου έχουν βρεθεί τύποι εργαλείων που εκτείνονται χρονικά από την Μέση Παλαιολιθική μέχρι, τουλάχιστον, μέχρι και την πρώιμη Ωρινάκια φάση, 40-30 cal χιλιάδες χρόνια πριν. Μεταξύ των χιλιάδων ευρημάτων υπάρχουν μουστέρια τέχνεργα, που είναι έμμεση ένδειξη της, μάλλον απροσδόκητης, παρουσίας των Νεάντερταλ στο κεντρικό Αιγαίο (είχαν, άραγε, τις «ναυτικές» δεξιότητες για να ταξιδέψουν ως εκεί από τη Μάνη; όπως, ίσως, ταξίδεψαν και μέχρι την Κρήτη;) και ένας χειροπέλεκυς τυπολογίας Κατώτερης Παλαιολιθικής, που θα μπορούσε, άνετα, να έχει κατασκευαστεί ακόμα και από έναν Homo heidelbergensis απόγονο του ανθρώπου των Πετραλώνων.

Όποιοι κι αν ήταν οι κατασκευαστές των εργαλείων στη Στελίδα, θα είχαν φτάσει στο νησί είτε δια θαλάσσης, άγνωστο το πώς, είτε πεζή κατά τις παγετώδεις περιόδους (κυρίως μεταξύ 500 και 250 χιλιάδων χρόνων πριν), όποτε χαμήλωνε πολύ η στάθμη της θάλασσας και αναδύονταν νέες «γέφυρες ξηράς», που συνέδεαν το λόφο της Στελίδας με την ηπειρωτική Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Και τα δύο σενάρια κάνουν αυτή την προϊστορική θέση (και κατ’ επέκταση όλη τη νησιωτική περιοχή του κεντρικού/νότιου Αιγαίου) ξεχωριστή από παλαιοανθρωπολογική σκοπιά. Θα πρέπει να αποδεχτούμε σιγά-σιγά ότι το Αιγαίο ήταν προσπελάσιμο από αρχαϊκούς και σύγχρονους ανθρώπους δεκάδες χιλιάδες χρόνια νωρίτερα από ότι πιστεύαμε μέχρι σήμερα (μένει να επιβεβαιωθεί με ένα, έστω, απολίθωμα), γεγονός που, πέρα από την έκπληξη που προκαλεί (και) για τη δυνατότητα μικρών θαλάσσιων ταξιδιών των προϊστορικών ανθρώπων, υποδεικνύει και μία εναλλακτική οδό προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη, διαφορετική από το κλασικό πέρασμα Μαρμαρά-Θράκης στο σύνορο Βαλκανίων και Ανατολίας και από την ακόμα βορειότερη διασύνδεση Καυκάσου-Δούναβη μέσω της ακτογραμμής της Μαύρης Θάλασσας.

Η περίπτωση της Στελίδας αναδεικνύει κοινά ζητήματα με τα ευρήματα του Πλακιά και την ταυτότητα των κατασκευαστών τους, που θα μπορούσαν να λυθούν -έστω μερικά από αυτά- μέσα από τη συσχέτισή τους με τα κρανία από τα Απήδημα. Αν οι προϊστορικοί άνθρωποι 200-100 χιλιάδες χρόνια πριν είχαν την ικανότητα για τη διάσχιση μικρών θαλασσίων περασμάτων, όπως φανερώνει η Στελίδα, τότε είναι (σχεδόν) βέβαιο ότι θα μετέβησαν και από τη Μάνη προς την Κρήτη, μέσω Κυθήρων και Αντικυθήρων, ώστε να μπορέσουν να δώσουν τις λιθοτεχνίες του Πλακιά. Ίδιο πρέπει να ήταν το σενάριο και για μία χούφτα από παλαιολιθικά εργαλεία που βρέθηκαν πρόσφατα στην άλλη άκρη του νησιού, στην παράλια θέση Μόχλος Λασιθίου, όπου το ρόλο των Κυθήρων/Αντικυθήρων θα έπαιξαν η Κάρπαθος και η Κάσος.

Η ελαφρότητα της πιθανότητας για το εφικτό τέτοιων ταξιδιών προς τα τέλη του Μέσου Πλειστόκαινου αποκτά βάρος, αν αναλογιστούμε ως προϊστορικό «Οδυσσέα» τον αρχαϊκό Homo sapiens από τα Απήδημα, αφού, αποδεδειγμένα πια, γνωρίζουμε ότι μεταγενέστεροι αντιπρόσωποι του είδους μας, με λίγο-πολύ παρόμοιες γνωστικές δεξιότητες, διέσχισαν πολύ πιο ανοιχτές θάλασσες (προφανώς με κάποιο πλεούμενο) μεταξύ 65 και 47 χιλιάδων χρόνων πριν, κατά τη διασπορά τους από τη νοτιοανατολική Ασία προς τη Νέα Γουινέα και Αυστραλία. Η Στελίδα και ο Πλακιάς θα μπορούσαν, φυσικά, να είναι μία μικρογραφία άλλων θαλάσσιων μετακινήσεων, όπως εκείνων αρχαϊκών ομάδων, που με διάπλου του αρχιπελάγους Ινδονησίας-Μαλαισίας κατά το Κατώτερο και Μέσο Πλειστόκαινο, έδωσαν τους προγόνους των Homo floresiensis και Homo luzonensis στα νησιά Flores και Luzon αντίστοιχα.

ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΛΕΙΣΤΟΚΑΙΝΟ – Μέση Παλαιολιθική

Κάνοντας ένα μικρό άλμα στο χώρο και στο χρόνο, μεταφερόμαστε από το Αιγαίο προς την ενδοχώρα και βορειότερα, στο σπήλαιο Θεόπετρα της Θεσσαλίας, όπου μία πρόσφατη χρονολόγηση έσπρωξε τη χρήση του σπηλαίου πιο πίσω από όσο αρχικά εκτιμάτο, κοντά στα 130 χιλιάδες χρόνια πριν, και στη βραχοσκεπή Ασπροχάλικο της Ηπείρου, που θεωρείτο παλαιότερα θέση αναφοράς στον ελλαδικό χώρο για τη μουστέρια παράδοση των Νεάντερταλ και χρονολογείται, μαζί με άλλες σκόρπιες θέσεις της βορειοδυτικής Ελλάδος, στα 100-40 χιλιάδες χρόνια πριν. Το σπήλαιο στην Θεόπετρα αποτελεί την αρχαιότερη προσδιορισμένη θέση της Μέσης Παλαιολιθικής για την Ελλάδα.

Εύρημα ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος στη Θεόπετρα αποτελούν τα ίχνη πελμάτων στο κατώτερο μέρος της ιζηματογενούς στρωματογραφίας του σπηλαίου, όπου έχει εντοπιστεί και η αρχαιότερη λιθοτεχνία Levallois της Μέσης Παλαιολιθικής. Δύο από τα ίχνη είναι πλήρη και ταυτίζονται σε μήκος με πέλματα παιδιών ηλικίας 2-3 ετών, ενώ ένα άλλο ίχνος δείχνει σημάδια υπόδησης. Λόγω της ηλικίας των αποθέσεων και της συσχέτισης τους με μουστέρια τέχνεργα, τα ίχνη αποδίδονται σε παιδιά Νεάντερταλ.

Επιστρέφοντας πίσω στην Πελοπόννησο, στο «ανθρωπολογικό επίκεντρο» της Μέσης Παλαιολιθικής, το παλαιότερο στρώμα με υλικές ενδείξεις ανθρώπινης χρήσης αποτέθηκε στο σπήλαιο Κλεισούρα 1 της Αργολίδας γύρω στα 100 χιλιάδες χρόνια πριν, με τη στρωματογραφία του να εκτείνεται μέχρι τα 53 χιλιάδες χρόνια πριν. Σε όλο το εύρος της παρατηρείται μεγάλη ομοιομορφία στους τύπους των υλικών αντικειμένων, με μία βαθμιαία αντικατάσταση, από έναν ορίζοντα και μετά, των μουστέριων μορφών από τύπους εργαλείων της μεταγενέστερης Ανώτερης Παλαιολιθικής.

Στη Μάνη, επίσης, σε ένα εκτεταμένο καρστικό σύστημα σπηλαίων και βραχοσκεπών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται και τα Απήδημα, ξεχωρίζουν οι θέσεις Καλαμάκια και Λακωνίς, επειδή έχουν δώσει μαζί με τα μουστέρια λίθινα σύνολα τους και ανθρώπινα απολιθώματα. Στα Καλαμάκια, που χρονολογούνται, όπως και το Ασπροχάλικο, στα 100-40 χιλιάδες χρόνια πριν, έχουν ανακαλυφθεί ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα τουλάχιστον 8 ατόμων, κυρίως δόντια, αλλά και μετακρανιακά οστά, τα οποία βάσει διαγνωστικών στοιχείων αναγνωρίζονται ως Νεάντερταλ. Παρόμοιου χρονολογικού εύρους είναι και το σπήλαιο Λακωνίς, που έχει αποκαλύψει ένα μεμονωμένο 3ο γομφίο κάτω γνάθου από Νεάντερταλ στο ανώτερο τμήμα της στρωματογραφίας του, ηλικίας 42-48 cal χιλιάδων χρόνων.  Το εύρημα αποτελεί τη νεότερη ένδειξη για την ύπαρξη των Νεάντερταλ στη νότια Ελλάδα τόσο κοντά στο παρελθόν.

Το εύρημα LKH1 του 3ου κάτω γομφίου από Νεάντερταλ που βρέθηκε στο σπήλαιο Λακωνίς σε στρώμα της Αρχικής Ανώτερης Παλαιολιθικής ηλικίας 42-48 cal χιλιάδων χρόνων (άνωθεν, παρειακή και γλωσσική απεικόνιση του δοντιού). ©Κ. Χαρβάτη. Πηγή: Harvati, K., 2016. Paleoanthropology in Greece: recent findings and interpretations. In Harvati, K., Roksandic, M., (Eds.), Paleoanthropology of the Balkans and Anatolia: Human Evolution and its Context. Springer, Dordrecht, pp. 3-14.

Πρόσφατα μία νέα θέση της Μάνης παλαιολιθικού ενδιαφέροντος, η Μαύρη Σπηλιά, έχει εντοπιστεί και ανασκαφεί, αποδίδοντας τέχνεργα της Μέσης Παλαιολιθικής παρόμοια με αυτά των σπηλαίων Καλαμάκια και Λακωνίς. Μπορούμε εύλογα να συμπεράνουμε, με όλες αυτές τις πληροφορίες, ότι παλιά και νέα ευρήματα αναδεικνύουν τη χερσόνησο της Μάνης σε «terra neanderthalensis» (=γη των Νεάντερταλ), ένα καταφύγιο, ίσως, για την εποχή των παγετώνων (και) του Ανώτερου Πλειστόκαινου. Πέρα όμως από τη Μάνη, όπως είδαμε σε Θεόπετρα, Ασπροχάλικο και Κλεισούρα, φαίνεται ότι αρκετές περιοχές του ελλαδικού χώρου κατοικούνταν κατά την τελευταία μεσοπαγετώδη περίοδο, κυρίως μεταξύ 100 και 40 χιλιάδων χρόνων πριν.

ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΛΕΙΣΤΟΚΑΙΝΟ – Ανώτερη Παλαιολιθική

Έχοντας ξεπεράσει πια τον ορίζοντα των 50 χιλιάδων χρόνων πριν, οδεύουμε προς την Ανώτερη Παλαιολιθική (και το αποκορύφωμα των τελευταίων παγετώνων) μέσα από τις διάσπαρτες και συνεχώς μεταλλασσόμενες κοινωνίες δύο διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων του ελλαδικού χώρου, των παραδοσιακών Νεάντερταλ και των πρώτων σύγχρονων Ευρωπαίων. Ουσιαστικά, η Ανώτερη Παλαιολιθική είναι η πολιτισμική φάση που νομοτελειακά μας φέρνει, μέσω αλληλεπιδράσεων και καινοτομιών, προ των πυλών της γεωργίας και του τέλους της ζωής του τροφηλάτη και σηματοδοτεί την οριστική μετάβαση, μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια, από τον παλαιολιθικό τρόπο ζωής στη Νεολιθική Εποχή.

Με κάποιες εξαιρέσεις, οι περισσότερες θέσεις στο ελληνικό χάρτη της Ανώτερης Παλαιολιθικής χρονολογούνται, με βάση τη στρωματογραφία ή τα λίθινα σύνολα τους,  μετά τα 20 χιλιάδες χρόνια πριν, κυρίως στην περίοδο που ακολούθησε το Μέγιστο του Τελευταίου Παγετώνα (26-19 χιλιάδες χρόνια πριν), ενώ τα ανθρώπινα κατάλοιπα, το κύριο αντικείμενο της Παλαιοανθρωπολογίας, είναι πολύ σπάνια σε όλη τη διάρκειά της. Ένας απροσδιόριστος σκελετός που βρέθηκε στα Απήδημα (σπήλαιο Γ) και πιθανολογείται ότι ανήκει στην πρώιμη Ανώτερη Παλαιολιθική, χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Η Αρχική Ανώτερη Παλαιολιθική, που για τον ελλαδικό χώρο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ξεκινάει από τα 45-42 χιλιάδες χρόνια πριν και εκτείνεται περίπου μέχρι τα 30 χιλιάδες χρόνια πριν, χωρίζεται συμβατικά σε μία πρώτη φάση μεταβατική μεταξύ Μέσης και Ανώτερης Παλαιολιθικής (χωρίς να είναι ξεκάθαρη κατά τόπους) και στην πιο αντιπροσωπευτική και γνωστή Ωρινάκια πολιτισμική φάση με τους διάσημους ανθρώπους της, τους Κρο-Μανιόν (=ευρωπαϊκός Homo sapiens). Εμφανίζει ελάχιστες θέσεις, με τις πιο χαρακτηριστικές να εντοπίζονται στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο, ενώ τα σημάδια της είναι παραδόξως απόντα από τη βόρεια και την κεντρική Ελλάδα (με εξαίρεση, ίσως, μερικές παρόχθιες θέσεις κατά μήκος του Πηνειού ποταμού στη Θεσσαλία).

Δύο σπήλαια της Πελοποννήσου, η Κολομίνιτσα στον όρμο Οιτύλου της Μάνης και η Κλεισούρα στη νότια Αργολίδα έχουν δώσει λίθινα σύνολα με τυπολογικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζονται ως «μεταβατικά». Η Κολομίνιτσα με λίθινο (και πανιδικό) υλικό δίνει προκαταρκτικά μία ελάχιστη ηλικία 39-40 χιλιάδων χρόνων, ενώ η Κλεισούρα, με ένα σύνολο εργαλείων που θυμίζει λιθοτεχνία τύπου «Uluzzian» -αποδίδεται στους πρώτους Homo sapiens της ιταλικής χερσονήσου και χρονολογείται εκεί στα 45-42 cal χιλιάδες χρόνια πριν- και με πρόσφατη ραδιοχρονολόγηση του σχετικού τμήματος της στρωματογραφίας της, φανερώνει ανθρώπινη χρήση ή εγκατάσταση 39,9-38,5 cal χιλιάδες χρόνια πριν.

Αν τα παραπάνω επιβεβαιωθούν στο μέλλον (στα δύο σπήλαια δεν έχουν βρεθεί ακόμα ανθρώπινα απολιθώματα), θα πρόκειται για τους πρώτους Homo sapiens της ελληνικής χερσονήσου, πιθανότατα και πέρα από τον ορίζοντα των 40 χιλιάδων χρόνων πριν (με εξαίρεση, βέβαια, τον πολύ αρχαϊκό sapiens από τα Απήδημα). Σε αυτό συνηγορούν και μερικά από τα παλαιότερα ευρήματα Homo sapiens της νοτιοανατολικής Ευρώπης, που εντοπίζονται -όχι τυχαία- στη βαλκανική χερσόνησο νοτίως του Δούναβη.

Στη Ρουμανία, στη θέση Peştera cu Oase έχει βρεθεί μία κάτω γνάθος με χαρακτηριστικά sapiens, ηλικίας 37-42 cal χιλιάδων χρόνων (ανήκε, μάλλον, σε «υβρίδιο» sapiens και Νεάντερταλ), ενώ πολύ πρόσφατα ανακαλύφθηκαν και στη Βουλγαρία, στο γνωστό σπήλαιο Bacho Kiro, ένας 2ος κάτω γομφίος και τα απομεινάρια οστών από Homo sapiens, τέσσερα από τα οποία με ραδιοχρονολόγηση ανάγονται στα 47-43 cal χιλιάδες χρόνια πριν (με ανάλυση mtDNA εκτιμώνται ότι είναι κατά δύο χιλιάδες χρόνια νεότερα). Μαζί με τα τελευταία βρέθηκαν και λίθινα εργαλεία/διακοσμητικά τέχνεργα της Αρχικής Ανώτερης Παλαιολιθικής. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με την αρχαιότερη ένδειξη παρουσίας του Homo sapiens στην Ευρώπη, που θα μπορούσε να είναι προπομπός της πρώτης εμφάνισης του και στον ελλαδικό χώρο στα 43+ χιλιάδες χρόνια πριν.

Σε αυτό το σκηνικό συνέβαλε πιθανότατα και μία κλιματική αλλαγή μεταξύ 56 και 44 χιλιάδων χρόνων πριν στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, που αποτυπώνεται και στα παλαιο-οικολογικά αρχεία της (παλυνολογικά και πλαγκτονικά). Η αλλαγή, εν μέσω παγετώνων, αφορούσε μία θερμή και υγρή περιβαλλοντική φάση, η οποία δημιούργησε στην πύλη εισόδου της νοτιοανατολικής Ευρώπης -Συροπαλαιστίνη, Ανατολία και Βαλκανική Χερσόνησο- και ειδικά γύρω στα 47 χιλιάδες χρόνια πριν ευνοϊκά φυσικά περιβάλλοντα, με ανοιχτά δάση, άφθονο κυνήγι και ήπιες κλιματικές συνθήκες χειμώνα-καλοκαίρι, που με τη σειρά τους θα οδήγησαν στις πρώτες πετυχημένες διασπορές των σύγχρονων ανθρώπων στη γηραιά ήπειρο.

Επιστρέφοντας στα λημέρια μας, άλλες σημαντικές και ενδιαφέρουσες θέσεις για την πρώιμη Ωρινάκια φάση τους, που ξεκάθαρα πια αποδίδεται σε Homo sapiens (και πάλι, όμως, χωρίς συνοδευτικά απολιθώματα), είναι τα σπήλαια της Αργολίδας Φράγχθι και Κλεισούρα (ξανά) με χρονολόγηση της σχετικής στρωματογραφίας τους στα 35-34 και 33-31 χιλιάδες χρόνια πριν αντίστοιχα και η Κολομίνιτσα, με λίθινο υλικό ηλικίας κοντά στα 34 χιλιάδες χρόνια.

Μία ιδιαίτερη περίπτωση της περιόδου είναι το σπήλαιο Λακωνίς (με το εύρημα του «νεαντερτάλιου» γομφίου), όπου το νεότερο τμήμα της στρωματογραφίας του, στα 48-42 cal χιλιάδες χρόνια πριν, αποδίδεται στην Αρχική Ανώτερη Παλαιολιθική, παρόλο που συνολικά φανερώνει μια συνέχεια στις λιθοτεχνίες της από τη Μέση μέχρι την Ανώτερη Παλαιολιθική (σε αντίθεση με την Κλεισούρα, όπου εντοπίζεται στρωματογραφική/πολιτισμική ασυνέχεια). Για το λόγο αυτό δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιο είδος ανθρώπου θα μπορούσε να αποδοθεί η νεότερη φάση του σπηλαίου στην αυγή της Ανώτερης Παλαιολιθικής. Το παραπάνω χρονολογικό παράθυρο αφήνει ανοιχτό το ζήτημα της συνύπαρξης (ή/και της επιμειξίας) Νεάντερταλ και σύγχρονων ανθρώπων στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Ελλάδας, αν το συσχετίσουμε με την πιθανή παρουσία των τελευταίων στην κοντινή Κλεισούρα νωρίτερα από τα 40 χιλιάδες χρόνια πριν. Είναι αυτονόητο ότι η Αρχική Ανώτερη Παλαιολιθική στην Ελλάδα δεν (πρέπει να) ταυτίζεται απαραιτήτως με τον ερχομό του Homo sapiens ή/και δεν αποκλείει τη συμμετοχή του Homo neanderthalensis στα πρώτα δρώμενα της περιόδου.

Το υπόλοιπο αρχείο της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιλαμβάνει σύνολα Γραβέττιας, Επιγραβέττιας και Τελικής Ανώτερης Παλαιολιθικής (τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των οποίων δεν χρειάζεται να αναλυθούν εδώ), με την υποσημείωση, πάντα, της αραίωσης των θέσεων και του πληθυσμού όσο πορευόμαστε προς το Μέγιστο του Τελευταίου Παγετώνα. Σε μία ενδιαφέρουσα τάση της περιόδου, οι άνθρωποι μετατοπίζουν πια τον πυρήνα των εγκαταστάσεων τους από τις υπαίθριες θέσεις προς τα σπήλαια για προστασία από τα καιρικά φαινόμενα και, ίσως, αυτός είναι ο λόγος που οι καλύτερα μελετημένες και χρονολογημένες θέσεις είναι και πάλι σπήλαια (και βραχοσκεπές), όπως Ασπροχάλικο, Καστρίτσα, Μεγάλακκος και Μποῒλα στην Ήπειρο, Γκράβα στην Κέρκυρα, Θεόπετρα στη Θεσσαλία, Κλεισούρα, Κεφαλάρι και Φράγχθι στην Αργολίδα και τα σπήλαια κοντά στην παραλία Οιτύλου της Μάνης.

Από αυτή την πληθώρα, καθαρά ανθρωπολογικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε μόνο τη Θεόπετρα και το Φράγχθι, που παρουσιάζουν (και) σκελετικά ευρήματα σύγχρονων ανθρώπων. Μερικά σκόρπια κατάλοιπα (τμήμα κρανίου και μακριά οστά) που έχουν βρεθεί στο σπήλαιο της Θεόπετρας, συσχετίζονται με την Τελική Ανώτερη Παλαιολιθική, αν και με μεγάλη αβεβαιότητα λόγω της διαταραγμένης φύσης των ιζημάτων του σπηλαίου. Στο Φράγχθι, επίσης, διάφορα αποσπασματικά απολιθώματα (τμήμα γνάθου, δόντια και μετακρανιακά οστά) από τις παλαιότερες αποθέσεις του αποδίδονται, με ερωτηματικό, στην Επιγραβέττια φάση. Δεν αποκλείεται το σπήλαιο στο Φράγχθι να κατοικείτο σποραδικά μέχρι τα 11,5 χιλιάδες χρόνια πριν, ως το τυπικά οριστικό τέλος της Παλαιολιθικής.

Τελευταίο για την περίοδο αφήσαμε ένα αινιγματικό (έως προβληματικό) απολίθωμα, κυριολεκτικά από το πουθενά, που ανακαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα σε σπήλαιο των Χανίων στην Κρήτη και φυλάσσεται σήμερα στο πανεπιστήμιο της Bologna στην Ιταλία. Πρόκειται για ένα έντονα πετροποιημένο σκελετό, ο οποίος χρονολογήθηκε έμμεσα, με βάση το ασβεστολιθικό «περιβάλλον» του κρανίου του, στα 51 χιλιάδες χρόνια πριν και αποδίδεται -με ένα τεράστιο ερωτηματικό- σε Homo sapiens.

Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος του Πλειστόκαινου.  Έχοντας πια διασχίσει όλη την προϊστορία μας, είναι ξεκάθαρο ότι στο παλαιοανθρωπολογικό αρχείο της Ελλάδος κυριαρχούν οι Νεάντερταλ, οι πιο cult φιγούρες της Παλαιολιθικής. Ωστόσο, δεν είναι μόνο οι Homo neanderthalensis. Στην Ελλάδα έχουμε την τύχη να φιλοξενούμε ένα από τα πιο σημαντικά και πιο πλήρη κρανία αρχαϊκού ανθρώπου που έζησε στα μέρη μας, του Ανθρώπου των Πετραλώνων ή, πιο σωστά και με το επίσημο όνομά του, ενός Homo heidelbergensis. Και φυσικά, σπουδαίο εύρημα, που συμπληρώνει την «τριάδα» είναι το πολύ πρώιμο κρανίο του είδους μας από τα Απήδημα, του πρώτου «ευρωπαίου» Homo sapiens.

Με άλλα λόγια η Ελλάδα, μέσα σε ένα εύρος περίπου διακοσίων χιλιάδων χρόνων προς τα τέλη του Μέσου Πλειστόκαινου, μεταξύ 350 και 150 χιλιάδων χρόνων πριν, εμφανίζει τρία κύρια είδη ανθρωπίνων του εξελικτικού μας δέντρου, αναδεικνύοντας έτσι και τη σημασία της ελληνικής χερσονήσου ως ένα από τα «καταφύγια παγετώνων» της νότιας Ευρώπης (μαζί με τις άλλες δύο χερσονήσους, την ιταλική και την ιβηρική), όπου πληθυσμοί ζώων, φυτών και ανθρώπων θα μπορούσαν να επιβιώνουν και, καιρού επιτρέποντος, να εξαπλώνονται περιστασιακά προς την υπόλοιπη ήπειρο.

Συμπερασματικά, λοιπόν, πόσο μακριά στο προϊστορικό παρελθόν μας ξετυλίγεται η ανθρώπινη παρουσία στην Ελλάδα; Πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει η επιστημονική σκαπάνη αναζητώντας τις ρίζες μας; Η ανασκαφή στη Μαραθούσα της Μεγαλόπολης δείχνει ότι αρχαϊκοί άνθρωποι ήταν παρόντες στην περιοχή ίσως και 500 χιλιάδες χρόνια πριν. Η θέση αυτή, μαζί με τα Ροδαφνίδια Λέσβου, τον Πλακιά στην Κρήτη και τη Στελίδα Νάξου -νησιωτικές και οι τρεις- τοποθετούν ξεκάθαρα πια την Ελλάδα στον χάρτη της Παλαιολιθικής Ευρώπης (κι ας υπάρχουν, ακόμα, σχετικά ανεξερεύνητες περιοχές, όπως η κεντρική Ελλάδα, η Μακεδονία και η Θράκη).

Συγχρόνως, εντυπωσιακά και αμιγώς ανθρωπολογικά ευρήματα, όπως τα κρανία από τα Πετράλωνα και τα Απήδημα, αποτελούν πια τη θεμέλια βάση της ελληνικής Παλαιοανθρωπολογίας, με τα τρία κυριότερα πλειστοκαινικά είδη ανθρώπων της δυτικής Ευρασίας παρόντα (heidelbergensis, neanderthalensis και sapiens). Για ένα από αυτά, το δικό μας είδος, το «σοφό», είμαστε πια σε θέση να ξέρουμε και πότε πάτησε πόδι για πρώτη φορά στα μέρη μας για μόνιμη εγκατάσταση. Αυτό έγινε κάπου μεταξύ 45 και 40 χιλιάδων χρόνων πριν στα χώματα του σπηλαίου της Κλεισούρας και δεν αποκλείεται να μας έφερε αντιμέτωπους, βιολογικά και πολιτισμικά, με τους αληθινούς «ντόπιους» της μετέπειτα γης του Δευκαλίωνα, τους Νεάντερταλ.

Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι η ελληνική χερσόνησος, ήδη από τα τέλη του Μειόκαινου -αν και σε διαφορετικό βιογεωγραφικό περιβάλλον και πολύ πριν την εμφάνιση των όρθιων ανθρωπιδών στην Αφρική- υπήρξε θέατρο εξέλιξης ανθρωποειδών πιθήκων με τον Ouranopithecus και τον Graecopithecus, με τον πρώτο να θεωρείται «ενδιάμεσος κρίκος» μεταξύ μειοκαινικών πιθήκων και αυστραλοπιθήκων και το δεύτερο να συσχετίζεται εμμέσως με ίχνη δίποδης βάδισης από την Κρήτη, ηλικίας 5,7 εκατομμυρίων χρόνων.

Αν μπορούμε να κάνουμε μία πρόβλεψη για το μέλλον της Παλαιοανθρωπολογίας στην Ελλάδα για τη δεκαετία που διανύουμε, ανεπιφύλακτα θα λέγαμε ότι η μεγαλύτερη ανακάλυψη θα έλθει, αργά ή γρήγορα, από το νησί της Κρήτης και θα πρόκειται για απολιθώματα σύγχρονων ή αρχαϊκών ανθρώπων ηλικίας δεκάδων ή εκατοντάδων χιλιάδων χρόνων. Είναι σχεδόν βέβαιο -για όσους γνωρίζουμε το ποικίλο φυσικό τοπίο και το έντονο ανάγλυφο του νησιού, τη γεωλογική ιστορία του και το «ανθρωποκεντρικό» κλίμα του, την χλωρίδα και την πανίδα του σε βάθος προϊστορικού χρόνου και, τέλος, τα ενδιαφέροντα παλαιολιθικά λίθινα ευρήματά του, σε συνδυασμό με τα νέα δεδομένα από το Αιγαίο για τις διασπορές των προϊστορικών ανθρώπων- ότι απολιθωμένα σκελετικά κατάλοιπα ανθρωπίνων του Μέσου ή Ανώτερου Πλειστόκαινου περιμένουν υπομονετικά να ανακαλυφθούν είτε σε κάποια παράλια βραχοσκεπή, από τις αναρίθμητες που υπάρχουν χαμηλά στις πλαγιές των ορεινών όγκων, που κατηφορίζουν απότομα προς την παράκτια ζώνη, είτε -το πιθανότερο- σε κάποιο από τα πολλά σπήλαια της ορεινής Κρήτης, αρκετά από τα οποία θυμίζουν, από την οπτική γωνία ενός φυσικού ενδιαιτήματος, την περίπτωση του σπηλαίου Denisova στα Αλταϊκά Όρη της νότιας Σιβηρίας.

Αν και το παραπάνω σκεπτικό δεν παύει να είναι, για την ώρα, μία υπόθεση (speculation που λένε και οι κριτές στα επιστημονικά περιοδικά), το σίγουρο είναι ότι η προϊστορία της Κρήτης δεν αρχίζει από τη νεολιθική Κνωσσό και το 7 χιλιάδες  π.Χ., αλλά πολύ-πολύ αρχαιότερα. Μία πρώτη ένδειξη γι’ αυτό μας έρχεται ήδη από βραχογραφήματα πετρογλυφικού τύπου, που ανακαλύφθηκαν σε μία βραχοσκεπή (σπήλαιο για τους ντόπιους) στο χωριό Ασφένδου, κοντά στην περιοχή του Πλακιά. Μεταξύ άλλων, φαίνεται να απεικονίζουν ένα ενδημικό είδος ελαφιού της Κρήτης (Candiacervus) που εξαφανίστηκε, σύμφωνα με παλαιοντολογικά κατάλοιπα άλλων θέσεων του νησιού, προς το τέλος του Ύστερου Πλειστόκαινου, το αργότερο 11 χιλιάδες χρόνια πριν. Αν η ερμηνεία της ζωομορφικής εικόνας επιβεβαιωθεί, η απεικονιστική τέχνη του σπηλαίου θα μπορεί να αποδοθεί σε πλειστοκαινικούς καλλιτέχνες της Ανώτερης Παλαιολιθικής.

Κύπρος

Θα ολοκληρώσουμε το προϊστορικό ταξίδι μας με μία αναφορά λίγων γραμμών στα ελάχιστα παλαιολιθικά δεδομένα της Κύπρου, ένα από τα νησιά της Μεσογείου που σίγουρα θα απαίτησε από τους πρώτους «κατοίκους» της διάσχιση ανοιχτού πελάγους (η κοντινότερη ακτογραμμή της Μικράς Ασίας στα βόρεια απέχει 45 ναυτικά μίλια). Στο νησί της Αφροδίτης η παλαιότερη ανασκαμμένη θέση Homo sapiens, με ασφαλή δεδομένα για την άφιξη του κατά την Επιπαλαιολιθική (την τελευταία φάση στα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής), είναι η παράκτια βραχοσκεπή Ακρωτήρι-Αετόκρεμνος στη Λεμεσό, η οποία χρονολογείται στα 13 cal χιλιάδες χρόνια πριν. Η ανασκαφή αποκάλυψε λίθινα εργαλεία και φολίδες από πυριτόλιθο, μαζί με ενδημική πανίδα πυγμαίων ιπποπόταμων, αλλά όχι ανθρώπινα απολιθώματα. Οι σύγχρονοι άνθρωποι του Ακρωτηρίου (πρέπει να) ήταν κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και προέρχονταν πιθανότατα από την ακτή της νότιας Ανατολίας ή της Συροπαλαιστίνης, σύμφωνα με τη μελέτη των λιθοτεχνιών τους.

Άλλες πρώιμες θέσεις, χρονολογικά κοντά με τον Αετόκρεμνο (με βάση τις ομοιότητες στα λίθινα εργαλεία), που φανερώνουν ανθρώπινη εξερεύνηση παράκτιων περιοχών είναι η θέση Νησί-Παραλία στην Αγία Νάπα και ο Ακάμας-Άσπρος στο δυτικό τμήμα του νησιού. Νέα αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως λίθινα εργαλεία και καμένα οστά ζώων, δείχνουν, επίσης, πρώιμη ανθρώπινη παρουσία και στην ορεινή ενδοχώρα του νησιού, στην περιοχή Αγίου Ιωάννη-Ρουδιά στο νοτιοδυτικό Τρόοδος προς την πλευρά της Πάφου (η ανασκαφική διερεύνηση της θέσης συνεχίζεται μέχρι σήμερα). Πρόκειται για κατάλοιπα προ-νεολιθικών [?] ομάδων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, στο όριο Πλειστόκαινου-Ολόκαινου, που ανάγονται στα 12-11 χιλιάδες χρόνια πριν. Στην Κύπρο μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπισθεί απολιθώματα ανθρωπίνων, σύγχρονων ή αρχαϊκών, μεγαλύτερης ηλικίας από τις παραπάνω θέσεις.

Πιθανός παλαιολιθικός χειροπέλεκυς από τη θέση Χολέτρια-Όρτος της νοτιοδυτικής Κύπρου. Το εύρημα φυλάσσεται στο CAARI (Cyprus-American Archaeological Research Institute), που έχει έδρα στη Λευκωσία. Strasser et al. 2016. A possible Palaeolithic hand axe from Cyprus Antiquity Project Gallery 90(350).

Αφήσαμε τελευταίο ένα μοναδικό εύρημα, το οποίο, αν και ανακαλύφθηκε το 1992, με μία πρόσφατη επανεξέτασή του το 2016 προσδιορίζεται ως «πιθανός παλαιολιθικός χειροπέλεκυς». Πρόκειται για τριγωνικό λίθινο εργαλείο, από την αρχαιολογική θέση Χολέτρια-Όρτος στα νοτιοδυτικά του νησιού, στην επαρχία Πάφου, με χαρακτηριστικά στοιχεία αχελαίων χειροπελέκεων αμφίπλευρου τύπου της νοτιοδυτικής Ασίας. Σύμφωνα με τους μελετητές του, το λίθινο προϊόν εμφανίζει μακροσκοπικά -σε μία, μάλλον, απλουστευτική εκτίμηση- ομοιότητες με τους παλαιολιθικούς χειροπελέκεις από τον Πλακιά της Κρήτης. Προφανώς, το εύρημα αυτό από μόνο του δεν «μας λέει» και πολλά για την ηλικία του ή την ταυτότητα των κατασκευαστών του, ωστόσο θα πρέπει να είναι η αφορμή για μελλοντικές επιφανειακές επισκοπήσεις αναζήτησης αμιγώς παλαιολιθικών θέσεων (και) στην Κύπρο.

Ι.Σ. – Ιούνιος 2021

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΙΙΙ

  1. Adam, E., 2007. Looking out for the Gravettian in Greece. Paleo 19, 145-148.
  2. Ammerman, A.J., Flourentzos, P. et al. 2006. Two new early sites on Cyprus. Report of the Department of Antiquites, Cyprus: 1-22.
  3. Ammerman, A.J., Flourentzos, P. et al. 2008. Third report on early sites on Cyprus. Report of the Department Antiquity, Cyprus: 1-32.
  4. Bӧhme, M., Braun, R., Breier, F. 2020. Ancient Bones: Unearthing the astonishing new story of how we became human. GreyStone Books, Vancouver/Berkeley
  5. Brown, P., Sutikna, D. et al. 2004. A new small-bodied hominin from the Late Pleistocene of Flores, Indonesia. Nature 431:1055-1061.
  6. Carbonell, E., DeCastro, J.M.B. et al. 2008. The first hominin of Europe. Nature, 452: 465–469.
  7. Carter, T., Contreras, D.A. et al. 2019. Earliest occupation of the Central Aegean (Naxos), Greece: Implications for hominin and Homo sapiens’ behavior and dispersals. Sci. Adv. 5: eaax0997
  8. Carter, T. Contreras, D. et al., 2014. The Stélida Naxos archaeological project: new data on the Middle Palaeolithic and Mesolithic Cyclades. Antiquity Project Gallery 88(390).
  9. Darlas, A. and Psathi, E., 2016. The Middle and Upper Paleolithic on the western coast of the Mani Peninsula (Southern Greece). In K. Harvati & M. Roksandic (Eds.), Paleoanthropology of the Balkans and Anatolia: Human evolution and its context. Springer, Dordrecht, pp. 95-118.
  10. Delson, E., 2019. An early modern human outside Africa (News & Views). Nature Vol. 571, pp.487-488.
  11. Détroit, F., Mijares, A.S. et al. 2019. A new species of Homo from the Late Pleistocene of the Philippines. Nature 568: 181–186. https://doi.org/10.1038/s41586-019-1067-9.
  12. Douka, K., Higham, T.F.G. et al. 2014. On the chronology of the Uluzzian. Journal of Human Evolution, 68, 1–13.
  13. Ευστρατίου, Ν. και Κυριάκου, Δ., 2011. Στα ίχνη των τελευταίων κυνηγών και τροφοσυλλεκτών της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Ανάσκαμμα, τεύχος 5, σελίδες 53-74, Θεσσαλονίκη.
  14. Efstratiou, N., McCartney, C. et al. 2012. An upland early site in the Troodos Mountains. Report of the Department of Antiquites, 1-26, Cyprus 2010.
  15. Elefanti, P., Panagopoulou, E., Karkanas, P., 2008. The transition from the Middle to the Upper Palaeolithic in the southern Balkans: the evidence from the Lakonis I cave, Greece. Eurasian Prehistory, 5: 85–96.
  16. Facchini, F. and Giusberti. G. 1992. Homo sapiens sapiens remains from the Island of Crete. In G. Brauer andF. H. Smith (eds.) Continuity or Replacement: Controversies in Homo sapiens Evolution. Rotterdam, pp.189–208.
  17. Φασουλάς, Χ., 2001. Οδηγός υπαίθρου για τη Γεωλογία της Κρήτης. Έκδοση Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Πανεπιστημίου Κρήτης, 104 σελίδες. Ηράκλειο.
  18. Γαλανίδου, Ν., 2013. Αναζητώντας τους πρώτους κατοίκους του Αιγαίου: Η παλαιολιθική ανασκαφή στα Ροδαφνίδια Λισβορίου Λέσβου. Στο: Μ. Αλβανού (επιμελήτρια έκδοσης), Νησιώτικες Ταυτότητες, Η συμβολή της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής στην έρευνα και ανάδειξη του πολιτισμού του αρχιπελάγους. Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, Μυτιλήνη.
  19. Galanidou, N. et al. 2016. The Acheulean site at Rodafnidia, Lisvori on Lesbos, Greece 2010-12: Part I. In K. Harvati & M. Roksandic (Eds.), Paleoanthropology of the Balkans and Anatolia: Human evolution and its context. Springer, Dordrecht, pp. 119-138.
  20. Galanidou, N., Cole, J. et al. 2013. East meets West: the Middle Pleistocene site of Rodafnidia on Lesvos, Greece. Antiquity, Project Gallery 87(336). East meets West: the Middle Pleistocene site of Rodafnidia on Lesvos, Greece | Antiquity Journal
  21. Garefalakis, C., Panagopoulou, E., Harvati, K., 2018. Late Pleistocene Neanderthal occupation of Western Mani: The evidence from the Middle Palaeolithic assemblages of Mavri Spilia. Quaternary International 497: 4-13.
  22. Harvati, K., 2016. Paleoanthropology in Greece: recent findings and interpretations. In Harvati, K., Roksandic, M., (Eds.), Paleoanthropology of the Balkans and Anatolia: Human Evolution and its Context. Springer, Dordrecht, pp. 3-14.
  23. Harvati, K., Darlas, A. et al. 2013. New Neanderthal remains from Mani peninsula, Southern Greece: The Kalamakia Middle Paleolithic cave site. Journal of Human Evolution, 64: 486–499.
  24. Harvati, K., Konidiaris, G., Tourloukis, V., 2018. Paleoanthropology at the Gates of Europe: Recent research in Greece in the frame of the PaGE ERC Starting Grant project (Editorial). Quaternary International 497: 1-3.
  25. Harvati, K., Panagopoulou, E., Karkanas, P., 2003. First Neanderthal remains from Greece: The evidence from Lakonis. Journal of Human Evolution, 45: 465–473.
  26. Harvati, K., Panagopoulou, E., Runnels, C., 2009. The Paleoanthropology of Greece, Evolutionary Anthropology 18:131-143.
  27. Harvati, K., Rӧding, C. et al. 2019. Apidima Cave fossils provide earliest evidence of Homo sapiens in Eurasia. Nature 571, 500–504. Apidima Cave fossils provide earliest evidence of Homo sapiens in Eurasia | Nature
  28. Harvati, K. and Tourloukis, V., 2013. Human evolution in the southern Balkans. Evolutionary Anthropology 22, 43-45.
  29. Howitt-Marshall D. and Runnels, C., 2016. Middle Pleistocene sea crossings in the eastern Mediterranean? Journal of Anthropology and Archaeology, 42: 140-153.
  30. Hublin, J.-J. et al. 2020. Initial Upper Palaeolithic Homo sapiens from Bacho Kiro Cave, Bulgaria. Nature 581, 299–302. https://doi.org/10.1038/s41586-020-2259-z
  31. Hublin, J.-J., Ben-Ncer, A. et al. 2017. New fossils from Jebel Irhoud, Morocco and the pan-African origin of Homo sapiens. Nature Vol. 546, pp. 289–292.
  32. Knapp, A.B., 2020. Maritime Narratives of Prehistoric Cyprus: Seafaring as Everyday Practice. J Mari Arch 15,415–450.
  33. Konidiaris, G., Tourloukis, V et al. 2015. Two new vertebrate localities from the Early Pleistocene of Mygdonia Basin (Macedonia, Greece): Preliminary results. Comptes Rendus Palevol. 14, 353-362.
  34. Κόπακα, K., 2009. Η αιγαιακή προϊστορική έρευνα στις αρχές του 21ου αιώνα. Στα: Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης, Ρέθυμνο 5-7 Δεκεμβρίου 2003. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2009.
  35. Kopaka, K. 2019. Questioning islands, islanders and insularity in the Mediterranean Longue Durée: some views from the island of Gavdos (Crete, Greece). Shima Journal, Vol. 13, Nr. 1, pp. 146-158. DOI: 10.21463/shima.13.1.12
  36. Kopaka, K. and Matzanas, C., 2009. Palaeolithic industries from the island of Gavdos, near neighbor to Crete in Greece. Antiquity Project Gallery 83(321).
  37. Langgut, D., Almogi-Labin, A. et al. 2018. Evidence for a humid interval at ∼56–44 ka in the Levant and its potential link to modern humans’ dispersal out of Africa. Journal of Human Evolution, Vol. 124, pp. 75-90.
  38. Manolis, S.K., 1996. Hellenic Late Pleistocene fossils. Anthropologie (Brno) 1(2): 89–97.
  39. Müller, U.C. Pross, J. et al. 2011. The role of climate in the spread of modern humans into Europe. Quaternary Science Reviews 30: 273-279.
  40. Panagopoulou, E., Karkanas, P. et al. 2002. Late Pleistocene Archaeological and Fossil Human Evidence from Lakonis Cave, Southern Greece. Journal of Field Archaeology, vol. 29, no. 3/4, pp. 323–349.
  41. Panagopoulou, E., Tourloukis, V. et al. 2015. Marathousa 1: A new Middle Pleistocene archaeological site from Greece. Antiquity Project Gallery 89(343).
  42. Panagopoulou, E., Tourloukis, V. et al. 2018. The Lower Palaeolithic site of Marathousa, Megalopolis, Greece: overview of the evidence. Quaternary International 497, 33-46.
  43. Papoulia, Ch., 2017. Seaward dispersals to the NE Mediterranean islands in the Pleistocene. The lithic evidence in retrospect, Quaternary International, 431 (Part B), 64-87. http://dx.doi.org/10.1016/j.quaint.2016.02.019
  44. Πατρουδάκης, Γ, 2008. Τα βραχογραφήματα του Ασφένδου και οι πρώτοι Κρητικοί. Κρητικό Πανόραμα, τεύχος 25: 36-59.
  45. Πατρουδάκης, Γ., 2010. Άνθρωποι στην Κρήτη πριν από 130.000 χρόνια. Κρητικό Πανόραμα, τεύχος 35: 82-115.
  46. Poulianos, A.N., 1981. Pre-sapiens man in Greece. Current Anthropology 22: 187–288.
  47. Runnels, C., 2014a. Early Palaeolithic on the Greek islands? Journal of Mediterranean Archaeology 27: 211-230.
  48. Runnels, C., DiGregorio, C., et al. 2014b. Lower Palaeolithic artifacts from Plakias, Crete. Implications for hominin dispersals. Eurasian Prehistory 11: 129-152.
  49. Runnels, C., McCoy, F. et al. 2014c. Palaeolithic research at Mochlos, Crete: new evidence for Pleistocene maritime activity in the Aegean. Antiquity Project Gallery 88(342).
  50. Scerri, E., Thomas, M.G. et al. 2018. Did our species evolve in subdivided populations across Africa, and why does it matter? Trends in Ecology and Evolution, Vol. 33, Issue 8, pp. 582-594. DOI: 10.1016/j.tree.2018.05.005
  51. Simmons, A.H, 2013. Akrotiri-Aetokremnos (Cyprus) 20 years later: an assessment of its significance. Eurasian Prehistory, 10 (1-2): 139-156
  52. Stiner, M. C., Kozlowski, J.K. et al. 2010. Klissoura Cave 1 and the Upper Paleolithic of Southern Greece in cultural and ecological context. Eurasian Prehistory, 7: 309–321.
  53. Spassov, N., 2016. Southeastern Europe as a route for the earliest dispersal of Homo towards Europe: Ecological conditions and the timing of the first human occupation of Europe. In K. Harvati & M. Roksandic (Eds.), Paleoanthropology of the Balkans and Anatolia: Human evolution and its context. Springer, Dordrecht.
  54. Strasser, T.F., Panagopoulou, E., et al. 2010. Stone Age seafaring in the Mediterranean: evidence from the Plakias region for Lower Palaeolithic and Mesolithic habitation of Crete. Hesperia 79(2): 145–190.
  55. Strasser, T.F., Runnels, C. et al. 2011. Dating Lower Palaeolithic sites in south-western Crete, Greece. Journal of Quaternary Science 26: 553-560.
  56. Strasser, T.F., Murray, S.C., et al. 2018. Palaeolithic cave art from Crete, Greece. Journal of Archaeological Science: Reports, pp. 100-108 https://doi.org/10.1016/j.jasrep.2017.12.041
  57. Strasser, T.F., Runnels, C., Vita-Finzi, C., 2016. A possible Palaeolithic hand axe from Cyprus Antiquity Project Gallery 90(350).
  58. Thompson, N., Tourloukis, V., et al. 2018. In search of Pleistocene remains at the Gates of Europe: Directed surface survey of the Megalopolis Basin (Greece). Quat. Int. 497, 22-32.
  59. Toro-Moyano, I., Bienvenido Martínez-Navarro, B., et al. 2013. The oldest human fossil in Europe dated to ca. 1.4 Ma at Orce (Spain). Journal of Human Evolution, 65: 1–9.
  60. Tourloukis, V. and Karkanas, P., 2012. The Middle Pleistocene archaeological record of Greece and the role of the Aegean in hominin dispersals: new data and interpretations. Quat. Sci. Rev., 43: 1-15.
  61. Tourloukis, V. and Harvati, K., 2018. The Palaeolithic record of Greece: A synthesis of the evidence and a research agenda for the future. Quaternary International, Vol. 466, Part A, 48-65.
  62. Tourloukis, V., Thompson, N., et al. 2016. New Middle Paleolithic sites from the Mani peninsula, Southern Greece. Journal of Field Archaeology, 41 (1): 68–83.
  63. Tourloukis, V., Thompson, N., et al. 2018. Lithic artifacts and bone tools from the Lower Paleolithic site Marathousa 1, Megalopolis, Greece: Preliminary results. Quaternary International 497: 47-64.
  64. Tzedakis, P.C., Hooghiemstra, H., et al. 2006. The last 1.35 million years at Tenaghi Philippon: revised chronostratigraphy and long-term vegetation trends. Quat. Sci. Rev. 25 (23-24), 3416-3430.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s