Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

Η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπου δεν θα μπορούσαν να μην εντάσσονται σε μία συνολική θεωρία της Βιολογίας για την εξέλιξη όλων των οργανισμών του πλανήτη μας. Μία πάρα πολύ κατατοπιστική και τεκμηριωμένη σύνοψη των θέσεων της σύγχρονης επιστήμης για τη Θεωρία της Εξέλιξης δίνεται στο παρακάτω κείμενο του φίλου πανεπιστημιακού Σπύρου Σφενδουράκη. Μία εκτενέστερη ανάλυση (και απομυθοποίηση πολλών παρανοήσεων) της θεωρίας για την εξέλιξη της ζωής μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του ΣΣ Στον Καθρέφτη του Δαρβίνου των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.

Σπύρος Σφενδουράκης

Καθηγητής Οικολογίας και Βιοποικιλότητας

Τμήμα Βιολογικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κύπρου

& Πρόεδρος Ομίλου Ανθρωπιστών Κύπρου

Η θεωρία της εξέλιξης των βιολογικών όντων, αν και έχει ηλικία 150 ετών περίπου, συνεχίζει να αντιμετωπίζει καταστάσεις που μάλλον θα τις θεωρούσαμε παράξενες για κάθε άλλη επιστημονική θεωρία. Από τη μια, πολλοί άνθρωποι την αμφισβητούν συνολικά, πιστεύοντας ότι έχουν τις αναγκαίες γνώσεις και τα επιχειρήματα ώστε να τη θεωρήσουν αναληθή. Από την άλλη, πολλοί από όσους την αποδέχονται αντιλαμβάνονται αρκετά σημεία της με λάθος τρόπο. Δεν γνωρίζω άλλη θεωρία που να βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Δυσκολία στην κατανόηση, βέβαια, αντιμετωπίζουν αρκετές επιστημονικές θεωρίες αλλά, συνήθως, απλώς οδηγεί στην παραδοχή αυτής της αδυναμίας και όχι σε ισχυρές απόψεις σχετικά μ’ αυτές.

Η εξελικτική βιολογία, φυσικά, αφορά άμεσα τον άνθρωπο οπότε και έρχεται συχνά σε σύγκρουση με βαθιά ριζωμένες ιδέες και ενστικτώδεις αντιδράσεις, ακόμα και με επίμονες ψυχολογικές στάσεις που έχουν και οι ίδιες εξελιχθεί. Έτσι, είναι σε κάποιον βαθμό αναμενόμενο πολλοί άνθρωποι να αισθάνονται έντονα ή και να έχουν εκ των προτέρων διαμορφωμένη θέση απέναντί της, ακόμη κι αν δεν την καταλαβαίνουν ή δεν την γνωρίζουν σε βάθος. Είναι, λοιπόν, σημαντικό για τον καθένα που θέλει να προσέλθει στη συζήτηση για την εξέλιξη, να ξεκαθαρίσει μέσα του εάν έχει τη διάθεση να αμφισβητήσει τις πεποιθήσεις του και εάν, αφού ελέγξει τα επιχειρήματα που θα του παρουσιαστούν, είναι έτοιμος να αποδεχθεί αλήθειες που μπορεί να ανατρέψουν πολλά από όσα πιστεύει.

Πολλοί εξελικτικοί βιολόγοι υποστηρίζουν ότι οι παρανοήσεις της εξελικτικής θεωρίας αποτελούν μία από τις κύριες αιτίες που δυσκολεύουν την αποδοχή της. Είναι έτσι, όμως; Αν και το ξεκαθάρισμα κάποιων παρανοήσεων μπορεί όντως να βοηθήσει στην αποδοχή της, η διαλεύκανση κάποιων άλλων πάλι είναι πιθανότερο να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη άρνηση, ιδίως από εκείνους που δεν είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις καλά ριζωμένες πεποιθήσεις τους. Αλλά ας προχωρήσουμε βήμα-βήμα, προσπαθώντας να διαλύσουμε παρανοήσεις και να δώσουμε μια σαφή εικόνα της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας.

Εξελίσσονται όντως οι οργανισμοί;

Η προσπάθεια να διαλυθούν οι παρανοήσεις σχετικά με την εξελικτική θεωρία, προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος της εξέλιξης. Αυτή η αποδοχή, όμως, δεν είναι δεδομένη. Όπως είπα, είναι πολλοί εκείνοι που αμφισβητούν ότι συμβαίνει εξέλιξη. Έτσι, θα πρέπει πρώτα να προσπαθήσω να δείξω το γιατί μια τέτοια αμφισβήτηση δεν έχει θέση στη σύγχρονη σκέψη. Το ζήτημα αυτό συνδέεται στενά και με μια γενικότερη παρανόηση γύρω από το πώς προχωρά η επιστήμη και το τι είναι μια επιστημονική θεωρία.

Καταρχάς, πρέπει να πω ότι το γεγονός της εξέλιξης των οργανισμών μέσα από διαδοχικούς κοινούς προγόνους που φθάνουν στο παρελθόν μέχρι και την εμφάνιση της ζωής στη Γη, δεν αμφισβητείται σήμερα από κανέναν επιστήμονα εντός της σχετικής παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας, και αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο στέρεα επιστημονικά δεδομένα που διαθέτουμε για τον κόσμο γύρω μας! Κάθε μέρα κυριολεκτικά δεκάδες χιλιάδες επιστήμονες σε όλο τον κόσμο επεξεργάζονται λεπτομέρειες της εξελικτικής διαδικασίας. Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις με αποτελέσματα από έρευνες πάνω σε διάφορες όψεις της εξέλιξης ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες κάθε χρόνο! Παράλληλα, όλες οι γνώσεις που αποκτούμε στη βιολογία, φέρουν έντονο το σημάδι της μακράς πορείας της εξέλιξης παρόλο που στην καθημερινή επιστημονική τους πράξη, πολλοί βιολόγοι δεν χρειάζεται να αναφέρονται άμεσα στην εξέλιξη, καθώς τα ερωτήματά τους μπορεί να αφορούν λεπτομέρειες της λειτουργίας των οργανισμών. Μόλις, όμως, επιχειρήσουν να εξηγήσουν τις λειτουργίες αυτές, από τη μικροσκοπική κλίμακα των μορίων μέχρι και ολόκληρα τα οικοσυστήματα, αυτομάτως ανατρέχουν στην εξελικτική κληρονομιά. Κάθε τι που περιγράφουμε στη βιολογία ταιριάζει με όσα θα περίμενε κανείς από την εξελικτική διαδικασία, και ταυτόχρονα δεν μπορούν να εξηγηθούν με άλλον, γνωστό έστω, τρόπο! Αποδεικνύεται κάθε μέρα σε κάθε εργαστήριο στον κόσμο, πόσο δίκιο είχε ο σπουδαίος εξελικτικός Theodosius Dobzhansky όταν έλεγε ότι «τίποτε στη βιολογία δεν έχει νόημα, παρά μόνον υπό το φως της εξέλιξης».

Αν αυτά που μόλις ανέφερα ακούγονται αυθαίρετα, σκεφθείτε τι άποψη έχετε για άλλες επιστημονικές θεωρίες, όπως ας πούμε για την κβαντική θεωρία, τη θεωρία της σχετικότητας, τη θεωρία της θερμοδυναμικής, τη θεωρία της μεταβατικής κατάστασης, την κυτταρική θεωρία, τη θεωρία της κληρονομικότητας κ.λπ. Μπορεί οι περισσότεροι να μην γνωρίζετε καν κάποιες από αυτές, αλλά αναρωτηθείτε εάν μπορείτε να πείτε κατά πόσο ισχύουν ή όχι, και γιατί. Οι επιστημονικές θεωρίες αυτές, πολλές από τις οποίες διαθέτουν λιγότερη εμπειρική τεκμηρίωση από τη θεωρία της εξέλιξης, αποδεικνύουν την αλήθεια τους με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η θεωρία της εξέλιξης. Όπως και να ‘χει, αν δεν είσαστε βέβαιοι για την ισχύ τους, απλώς σκεφθείτε πώς γίνεται να δουλεύει το κινητό σας τηλέφωνο.

Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αναγνωρίσει και μελετήσει χιλιάδες μορφές ζωής, πολύ περισσότερες απ’ όσες γνώριζαν οι άνθρωποι σε ολόκληρη την προηγούμενη ιστορία. Ο τρόπος που λειτουργούν, η σύστασή τους, η μορφή τους και όλα τα χαρακτηριστικά τους, ταιριάζουν εξαιρετικά καλά με το βασικό σενάριο για την εξέλιξη των οργανισμών που προσφέρει η εξελικτική βιολογία. Η σχετικά πρόσφατη δυνατότητα ανάγνωσης του γενετικού μας υλικού, του DNA μας, ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την εξελικτική θεωρία και προσέφερε κυριολεκτικά εκατομμύρια πρόσθετες ενδείξεις υπέρ της!

Αυτό που πρέπει να προσέξουμε εδώ είναι ότι η εξελικτική θεωρία ΔΕΝ βασίζεται σε μια-δυο καίριες ενδείξεις που αν αποδειχθούν προβληματικές τότε αυτή καταρρέει στο σύνολό της. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει ότι ένα απολίθωμα αυστραλοπίθηκου (προγόνου των ανθρώπων) ή μιας αρχαιοπτέρυγας (προγονικού πτηνού) έχει χρονολογηθεί λάθος, ή ακόμα κι ότι είναι «κατασκευασμένο», η εξελικτική θεωρία ΔΕΝ καταρρίπτεται. Αν κάποιος, επίσης, θεωρήσει ότι όντως λείπει ένα κρίσιμο απολίθωμα σε μια γενεαλογική γραμμή («ελλείπων κρίκος» που λέγανε παλιότερα), και πάλι δεν καταρρίπτει την εξελικτική θεωρία. Γιατί; Για δύο πολύ βασικούς λόγους: ο πρώτος είναι ότι η εξελικτική θεωρία βασίζεται σε ένα τεράστιο σύνολο ενδείξεων, παρατηρήσεων και πειραματικών αποτελεσμάτων, που όλα συγκλίνουν στα ίδια συμπεράσματα. Έτσι, όποιος αμφισβητεί τη θεωρία θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει πρόβλημα σε όλες, ή έστω στις περισσότερες από αυτές τις ομάδες ενδείξεων. Ή, εναλλακτικά, να τις εξηγήσει μέσα από κάποια άλλη θεωρία. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η κατάρριψη μιας επιστημονικής θεωρίας δεν γίνεται μέσα από την επισήμανση επιμέρους ατελειών ή ελλείψεών της αλλά από την εύρεση στοιχείων που αντικρούουν τα όσα προβλέπει!

Υπάρχουν τότε τρόποι για να δειχθεί ότι η εξελικτική θεωρία είναι εσφαλμένη; Φυσικά. Για παράδειγμα: αν βρεθούν απολιθώματα πιθήκων σε γεωλογικά στρώματα ηλικίας 500 εκατομμυρίων ετών. Ή, αν βρεθεί γενετικό υλικό σε ένα φυτό με σειρά «γραμμάτων» που να μοιάζει περισσότερο με εκείνη ενός πτηνού παρά με ενός άλλου φυτού. Ή επίσης, αν βρεθεί ένας οποιοσδήποτε οργανισμός με εντελώς διαφορετικό σύστημα αναπαραγωγής και ανάπτυξης από όσους γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή που να μην βασίζεται σε νουκλεϊκά οξέα (DNA και RNA) ή σε πρωτεΐνες με τα γνωστά 20 αμινοξέα. Όποιος γνωρίζει καλά τους οργανισμούς και την εξελικτική θεωρία μπορεί να βρει πολλά στοιχεία που αν επιβεβαιώνονταν θα την κατέρριπταν. Εάν το έκανε, μάλιστα, θα είχε εξασφαλισμένο τουλάχιστον ένα Νόμπελ! Φυσικά, δεν έχει υπάρξει ούτε ένα τέτοιο εύρημα εδώ και 150 χρόνια τουλάχιστον. Αντιθέτως, κάθε τι που μαθαίνουμε για τη ζωή στη Γη έρχεται και ταιριάζει υπέροχα στην εξελικτική θεωρία, οι βασικές αρχές της οποίας τέθηκαν από τον Δαρβίνο στα μέσα του 19ου αιώνα. Έτσι, όποιος θέλει να αμφισβητήσει την εξελικτική θεωρία θα πρέπει είτε να φέρει κάμποσα τέτοια σοβαρά ευρήματα είτε να προσφέρει κάποια εναλλακτική θεωρία που να εξηγεί το σύνολο των δεδομένων που διαθέτουμε για τους ζωντανούς οργανισμούς, και μάλιστα με τρόπο που να μπορεί να ελεγχθεί και να διαψευστεί.

Μα η εξέλιξη δεν είναι παρά μια θεωρία

Εδώ, είναι το κατάλληλο σημείο για να ξεκαθαρίσουμε ένα από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα ενάντια στην εξέλιξη: ότι δεν είναι παρά μονάχα μια θεωρία. Πολλοί άνθρωποι φαίνεται ότι αισθάνονται ασφάλεια στη σκέψη ότι η θεωρία της εξέλιξης δεν είναι η μόνη που εξηγεί την ποικιλία των ζωντανών οργανισμών, τα απολιθώματα, την εμφάνιση του ανθρώπου κ.ά. Ότι είναι απλώς μια από τις αρκετές θεωρίες που έχουν παρόμοια πιθανότητα να είναι αληθινές, ή ότι μπορεί αύριο να βρεθεί κάποια άλλη θεωρία που να εξηγεί καλύτερα τη ζωή. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι πολλές από τις θεωρίες που κυριαρχούσαν κάποτε στην επιστημονική κοινότητα, κάποια στιγμή αποδείχθηκαν εσφαλμένες.

Στον καθημερινό μας λόγο μιλάμε για «θεωρίες» όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε ιδέες, σκέψεις, απόψεις που μπορεί να έχει κάποιος, χωρίς να χρειάζονται ιδιαίτερη τεκμηρίωση. Στην επιστήμη, όμως, θεωρία σημαίνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Μια επιστημονική θεωρία είναι ό,τι πιο τεκμηριωμένο, διερευνημένο και πολλαπλώς ελεγμένο διαθέτουμε για την ερμηνεία κάποιου φυσικού φαινομένου. Περιλαμβάνει ένα σύνολο από προτάσεις, διαπιστώσεις, συμπεράσματα και προβλέψεις που έχουν ελεγχθεί από πολλές, ανεξάρτητες μεταξύ τους, ομάδες επιστημόνων, χωρίς να έχουν καταφέρει να βρουν παρατηρήσεις, πειραματικά δεδομένα ή άλλα στοιχεία που να τα αντικρούουν. Δηλαδή, με απλά λόγια, επιστημονική θεωρία είναι ό,τι πιο κοντά διαθέτουμε σε αυτό που αποκαλούμε «αλήθεια».

Συχνά, πριν από τη διαμόρφωση μιας θεωρίας, διατυπώνονται υποθέσεις. Οι υποθέσεις μπορεί να βασίζονται σε παρατηρήσεις ή πειραματικά δεδομένα, στην επεξεργασία κάποιας άλλης θεωρίας, ή ακόμα και στην έμπνευση ενός ευφυούς ανθρώπου. Φυσικά, η έμπνευση έρχεται ως αποτέλεσμα της ασυνείδητης σύνθεσης πλήθους πληροφοριών και δεδομένων, οπότε έρχεται συνήθως μόνον σε όσους έχουν μελετήσει σε βάθος ένα θέμα. Οι επιστημονικές υποθέσεις μπορεί να οδηγήσουν σε νέες θεωρίες εάν τεκμηριωθούν από πρόσθετες παρατηρήσεις, πειράματα, περαιτέρω επεξεργασία κ.λπ. Εφόσον μια υπόθεση δεν καταρριφθεί έπειτα από τις επανειλημμένες και καλά οργανωμένες προσπάθειες αρκετών διαφορετικών επιστημονικών ομάδων, τότε γίνεται ή εντάσσεται σε μια επιστημονική θεωρία. Οι επιστημονικές θεωρίες λέμε ότι «επιβεβαιώνονται» όταν συσσωρεύεται πλήθος ενδείξεων που ταιριάζουν καλά με τις προβλέψεις τους και, ταυτόχρονα, δεν βρίσκονται ενδείξεις που να τις καταρρίπτουν, δηλαδή που να έρχονται σε αντίθεση με τις προβλέψεις τους.

Είναι, λοιπόν, η θεωρία της εξέλιξης «απλώς» μια θεωρία; Βάσει όσων είπαμε, η απάντηση είναι ότι πρόκειται για μια έγκυρη επιστημονική θεωρία, τεκμηριωμένη και ελεγμένη από χιλιάδες επιστήμονες, συμφωνεί με τεράστιο αριθμό από παρατηρήσεις και με, επίσης τεράστιο, πλήθος εργαστηριακών πειραμάτων. Επιπλέον, μέχρι σήμερα δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε εναλλακτική θεωρία που να ερμηνεύει την ποικιλία της ζωής, τη δομή και τη λειτουργία των ζωντανών οργανισμών στον πλανήτη μας!

Κάποιες προτάσεις που κατά καιρούς φέρονται ως «εναλλακτικές θεωρίες», δεν διαθέτουν τα στοιχεία που απαιτούνται για να κριθούν ως επιστημονικές. Στην ουσία, οι μοναδικές εναλλακτικές προτάσεις μέχρι σήμερα ήταν ο «δημιουργισμός» και ο λεγόμενος «ευφυής σχεδιασμός. Ο πρώτος ούτε καν προσπαθεί να πείσει ότι αποτελεί επιστημονική θεωρία, αφού απλώς βασίζεται στην επίκληση ενός υπερφυσικού δημιουργού, εξ ορισμού μη υποκείμενου σε οποιονδήποτε έλεγχο. Ο δεύτερος, πάλι, αν και προσπαθεί να περάσει ως επιστημονικός, δεν προσφέρει τις αναγκαίες ενδείξεις που να τον στηρίζουν και δεν δείχνει πώς θα μπορούσε να διαψευστεί, κάτι που είναι πολύ κρίσιμο για να θεωρηθεί επιστημονική μια θεωρία. Αρέσκεται απλώς να αναζητά «κενά» στην εξελικτική θεωρία και να «ανακαλύπτει» αδύνατα σημεία, όπως δομές που υποτίθεται ότι δεν θα ήταν δυνατό να εξελιχθούν βάσει των μηχανισμών που υποτίθεται ότι προτείνει η εξελικτική θεωρία. Συνεπώς, ακόμα κι αν όντως είχαν βάση αυτά τα παραδείγματα (κάτι που δεν ισχύει), και πάλι δεν θα είχαμε μπροστά μας κάποια εναλλακτική επιστημονική θεωρία!

Να επισημάνουμε εδώ ότι μια επιστημονική θεωρία είναι σημαντικό να είναι συμβατή με το υπόλοιπο σώμα της επιστημονικής γνώσης, το οποίο είναι σήμερα ασύλληπτα τεράστιο. Εάν δεν είναι, οφείλει να φέρει εξαιρετικά ισχυρές ενδείξεις υπέρ της, ώστε να μπορούν να ταρακουνήσουν και το υπόλοιπο σώμα γνώσεων. Έτσι, όταν η αστρολογία, ας πούμε, υποστηρίζει πως η θέση των άστρων κατά τη γέννησή μας επηρεάζει τον χαρακτήρα μας, έρχεται σε αντίθεση με όσα γνωρίζουμε τόσο από τη φυσική (βαρύτητα, ακτινοβολία κ.ά.) όσο και από τη βιολογία και την ψυχολογία (ανάπτυξη, συμπεριφορά, διαμόρφωση ψυχισμού κ.λπ.). Ή, όταν η ομοιοπαθητική μιλά για «δυναμοποίηση» ουσιών μέσα από την πολύ μεγάλη διάλυσή τους, έρχεται σε αντίθεση με όσα γνωρίζουμε από τη χημεία (τουλάχιστον).

Ναι, αλλά η θεωρία της εξέλιξης δεν είναι επιστημονική αφού δεν μπορούμε να πάμε στο παρελθόν και να επιβεβαιώσουμε όσα λέει

Έχω ακούσει αρκετές φορές το επιχείρημα ότι η θεωρία της εξέλιξης δεν είναι επιστημονική επειδή (υποτίθεται ότι) δεν υπάρχει τρόπος να διαψευστεί, καθώς μιλά για πράγματα που έγιναν στο παρελθόν όπου δεν μπορούμε να πάμε για να ελέγξουμε τι συνέβη. Αν και έχω ήδη παρουσιάσει κάποιους τρόπους διάψευσής της, να προσθέσω εδώ ότι πειραματικός έλεγχος της θεωρίας γίνεται καθημερινά σε χιλιάδες εργαστήρια ανά τον πλανήτη. Για παράδειγμα, ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει και την ανασύσταση των σχέσεων συγγένειας («φυλογενετικών») ανάμεσα στους οργανισμούς. Κάθε φορά που μελετάμε τις σχέσεις των οργανισμών, στην ουσία ελέγχουμε προβλέψεις της εξελικτικής θεωρίας σχετικά με τα πρότυπα ομοιότητας του γενετικού υλικού ή άλλων χαρακτηριστικών τους. Και κάθε φορά, τα αποτελέσματα ταιριάζουν υπέροχα με τις προβλέψεις! Δεν χρειάζεται να πάμε στο παρελθόν για να δούμε τι έγινε, αφού οι σημερινοί οργανισμοί κουβαλούν οι ίδιοι την ιστορία τους και, φυσικά, υπάρχουν και τα απολιθώματα ως πρόσθετη πληροφορία. Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι τα στοιχεία που διαθέτει η εξελικτική βιολογία είναι πολύ περισσότερα από όσα διαθέτει η αρχαιολογία. Και δεν νομίζω να αμφισβητεί κανείς ποιοι έγραψαν τις τραγωδίες και αν συνέβη μάχη στον Μαραθώνα.

Θα μπορούσε, επίσης, να διαψεύσει κανείς ακόμα και συγκεκριμένα επιμέρους κομβικά στοιχεία της εξελικτικής θεωρίας, όπως τη φυσική επιλογή. Εάν, ας πούμε, καλλιεργήσουμε έναν μικροοργανισμό και διαπιστώσουμε ότι παραμένει για πολλές γενιές και εντέλει κυριαρχεί σε συχνότητα μια μετάλλαξη που (χωρίς να είναι συνδεδεμένη με κάποια άλλη επωφελή) μειώνει την επιβίωση ή/και την αναπαραγωγική ικανότητα, τότε έχουμε καταρρίψει τη φυσική επιλογή. Ή εάν βρούμε έναν πληθυσμό, στον οποίο για πολλές γενιές αναπαράγονται περισσότερο τα άτομα που είναι πιο ευάλωτα στις αλλαγές του περιβάλλοντος.

Η θεωρία της εξέλιξης είναι απολύτως επιστημονική, διαψεύσιμη και πολύ ισχυρή, και παραμένει έγκυρη παρά τις διαρκείς απόπειρες διάψευσής της μέχρι σήμερα. Είναι με βεβαιότητα μία από τις καλύτερα τεκμηριωμένες επιστημονικές θεωρίες που γνωρίζουμε! Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι η θεωρία της εξέλιξης είναι η μοναδική επιστημονική θεωρία που ερμηνεύει το πώς εκδηλώνεται η ζωή στη Γη και ας προχωρήσουμε στη διάλυση άλλων παρανοήσεων γι’ αυτή. [….]

Η δαρβινική θεωρία έχει σήμερα ξεπεραστεί

Συχνά, ακόμα και κάποιοι εξελικτικοί βιολόγοι, λένε ότι η σύγχρονη εξελικτική βιολογία έχει ξεπεράσει τη δαρβινική θεωρία. Είναι, όμως, πράγματι έτσι; Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε με τρόπο απλό, χωρίς να υπεισέλθουμε σε περίπλοκες επιστημολογικές συζητήσεις για το πού σταματά και πού αρχίζει μια θεωρία. Ο Δαρβίνος πρότεινε στην ουσία πέντε θεωρίες που δεν ήταν όλες πρωτότυπες:

  1. Οι οργανισμοί εξελίσσονται. Το ότι οι οργανισμοί αλλάζουν στον χρόνο είχε γίνει αποδεκτό αρκετό καιρό πριν από τη δημοσίευση της Καταγωγής των Ειδώναπό τον Δαρβίνο. Ο Λαμάρκ, για παράδειγμα, είχε διατυπώσει μια επιστημονική θεωρία για την εξέλιξη των οργανισμών κάπου 50 χρόνια νωρίτερα, η οποία όμως αποδείχθηκε εσφαλμένη. Σε κάθε περίπτωση, όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν ότι οι οργανισμοί εξελίσσονται.
  2. Οι οργανισμοί έχουν κοινή προέλευση. Ο Δαρβίνος ήταν ο πρώτος που έθεσε το ζήτημα με ξεκάθαρο τρόπο και, σήμερα, η κοινή προέλευση τεκμηριώνεται από τεράστιο πλήθος δεδομένων και αποτελεί αδιαμφισβήτητη θεωρία.
  3. Τα είδη πολλαπλασιάζονται στον χρόνο. Ο Δαρβίνος ήταν και πάλι ο πρώτος που υποστήριξε ότι ένα είδοςμπορεί να «γεννήσει» περισσότερα, κάτι που επίσης θεωρείται αδιαμφισβήτητο σήμερα, αφού όχι μόνο παρατηρούμε ενδείξεις υπέρ της δημιουργίας νέων ειδών αλλά έχουμε δημιουργήσει και νέα είδη με τον ίδιο μηχανισμό στο εργαστήριο! Υπάρχει μεγάλη συζήτηση για το τι είναι ένα είδος αλλά δεν αμφισβητείται ότι αυτά πολλαπλασιάζονται και εξαφανίζονται, όπως κι αν τα ορίσει κανείς.
  4. Η εξέλιξη είναι βαθμιαία. Ο Δαρβίνος περιέγραψε την εξελικτική διαδικασία ως μια σταδιακή, αργή πορεία συσσώρευσης μικρών αλλαγών, στην προσπάθειά του να καταρρίψει διαδεδομένες αντιλήψεις της εποχής του σχετικά με απότομες αλλαγές μέσα από τερατογενέσεις κ.ά. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο ρυθμός της εξέλιξης μπορεί να διαφέρει πολύ από τη μια ομάδα οργανισμών στην άλλη και από τη μια γεωλογική περίοδο στην άλλη. Η, εν γένει, βαθμιαία φύσητης εξελικτικής διεργασίας, όμως, δεν αμφισβητείται. Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις «απότομης» εμφάνισης νέων ειδών, όπως στις περιπτώσεις φυτών συνήθως, οπότε προκύπτουν νέες μορφές μέσα από πολλαπλασιασμό του γενετικού υλικού των γονέων. Οι περιπτώσεις αυτές, όμως, δεν αλλοιώνουν τη σταδιακή φύση της εξέλιξης, καθώς αποτελούν εξαιρέσεις. Προσοχή: η σταδιακή αλλαγή αφορά τον χρόνο όπως τον αντιλαμβανόμαστε. Στην κλίμακα του γεωλογικού χρόνου, όμως, όντως εμφανίζονται «απότομες» εξελικτικές αλλαγές, δηλαδή μεγάλες αλλαγές που εκδηλώνονται μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια, αντί για τα εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια χρόνια που χρειάζεται συνήθως.
  5. Ο μηχανισμός της εξέλιξης είναι η φυσική επιλογή. Η θεωρία της φυσικής επιλογής ήταν και η σημαντικότερη συνεισφορά του Δαρβίνου, αφού προσέφερε τον βασικό μηχανισμότης εξελικτικής αλλαγής. Η φυσική επιλογή δεν είναι παρά η διαφορετική αναπαραγωγική αποτελεσματικότητα των ατόμων βάσει χαρακτηριστικών τους που κληρονομούνται. Σήμερα ξέρουμε ότι είναι ένας καθολικός αλγόριθμος, δηλαδή μια διεργασία που εκδηλώνεται αναπόφευκτα σε κάθε σύστημα που χαρακτηρίζεται από ποικιλία, αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του και δυνατότητα μεταβίβασης μέρους αυτής της ποικιλίας στην επόμενη «γενιά». Η εξελικτική θεωρία δεν υποστηρίζει ότι η φυσική επιλογή είναι η μοναδικήεξελικτική διεργασία. Υποστηρίζει, όμως, ότι δεν είναι δυνατό να εμφανιστεί με άλλον τρόπο κάποια σύνθετη δομή που να απαντά σε προκλήσεις του περιβάλλοντος (αυτό που συχνά αποκαλούμε προσαρμογή). Μετά τον Δαρβίνο, ιδίως μέσα στον 20ο αιώνα, προστέθηκαν στο οπλοστάσιο της εξελικτικής βιολογίας και άλλες διεργασίες που εξαρτώνται κυρίως από τυχαίους παράγοντες και συμβαίνουν παράλληλα με τη φυσική επιλογή, μειώνοντας συχνά την αποτελεσματικότητά της. Στην πράξη, η εξελικτική πορεία ενός πληθυσμού είναι η συνισταμένη όλων αυτών των διεργασιών. Η φυσική επιλογή, όμως, παραμένει ο βασικός μηχανισμός παραγωγής νέων προσαρμογών, δηλαδή νέων δομών και λειτουργιών που προσφέρουν πλεονέκτημα στους οργανισμούς στο εκάστοτε περιβάλλον τους.

Βάσει όλων των παραπάνω, είναι σαφές ότι η δαρβινική θεωρία δεν έχει ξεπεραστεί. Έχει απλώς εμπλουτιστεί με πρόσθετες διεργασίες και με λεπτομερέστερους μηχανισμούς και στην ουσία της παραμένει όπως την περιέγραψε αρχικά ο Δαρβίνος. Έτσι, θα χρησιμοποιώ ισοδύναμα τους όρους δαρβινική και σύγχρονη εξελικτική θεωρία.

Εξελίσσονται περισσότερο τα άτομα που είναι πιο ευέλικτα στις αλλαγές;

Διαπιστώνω συχνά ότι πολλοί άνθρωποι περιμένουν να δουν εξελικτικές αλλαγές στη ζωή ενός οργανισμού. Ή, έστω, ότι εάν κάποιος οργανισμός βελτιώσει το σώμα ή άλλα χαρακτηριστικά του, και τα παιδιά του θα είναι κι αυτά βελτιωμένα. Όμως, όταν αναφερόμαστε στην εξέλιξη των οργανισμών, μιλάμε για αλλαγές που συμβαίνουν σε πληθυσμούς, όχι σε άτομα. Η παρανόηση αυτή γίνεται συχνότερα από όσους δεν έτυχε να διδαχθούν βιολογία, αν και όχι αποκλειστικά. Γνωρίζουμε σήμερα καλά ότι, παρά τις αλλαγές που συμβαίνουν στο σώμα μας όσο ζούμε, σημασία για την εξέλιξη έχουν μόνο όσα χαρακτηριστικά κληρονομούνται στους απογόνους μας. Δηλαδή, όσα είναι «γραμμένα» στο γενετικό μας υλικό. Όσες αλλαγές κι αν μας συμβούν εξαιτίας του τρόπου ζωής μας, εάν δεν βρίσκονται γραμμένες στο γενετικό μας υλικό, δεν θα περάσουν στις επόμενες γενιές. Και το γενετικό υλικό δεν γράφεται από το περιβάλλον. Θα πρέπει να συμβούν τυχαίες αλλαγές σε αυτό που να έχουν κάποια σημασία, διαφορετικά, όσο κι αν γυμναζόμαστε, τα παιδιά μας δεν θα γεννηθούν με ισχυρότερο μυικό σύστημα! Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις, στις οποίες το περιβάλλον όντως προκαλεί προσανατολισμένες αλλαγές («επιγενετικές») στο γενετικό υλικό, αλλά αυτές αναιρούνται εύκολα και δεν φαίνεται να έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη, οπότε ας τις αφήσουμε κατά μέρος σε αυτή τη συζήτηση. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει σαφές ότι η εξέλιξη αφορά ομάδες οργανισμών, πληθυσμούς, και όχι άτομα!

Η εξέλιξη γίνεται «για το καλό του είδους»

Στα περισσότερα ντοκιμαντέρ που έβλεπα παιδί, δυστυχώς και σε πολλά σημερινά, ακουγόταν πολύ συχνά ότι «το [τάδε χαρακτηριστικό] έχει εξελιχθεί για το καλό [ή τη διαιώνιση] του είδους». Την πεποίθηση αυτή φαίνεται ότι την ασπάζονται οι περισσότεροι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φύση. Τι μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο όμως; Κάθε τέτοια πρόταση περιέχει δύο σημαντικά σφάλματα και μια παρεξηγήσιμη έννοια. Το ένα σφάλμα είναι ότι αναφέρεται στο «είδος». Η φυσική επιλογή, όμως, δεν αφορά είδη αλλά πληθυσμούς ατόμων. Για την ακρίβεια, η εξέλιξη δρα σε μονάδες που αναπαράγονται, δηλαδή στο γενετικό μας υλικό, τα «γονίδια», και στα άτομα. Αυτά ξεδιαλέγονται ανάλογα με το αναπαραγωγικό αποτέλεσμα που έχουν. Έτσι, αλλάζει η σύσταση των πληθυσμών σε άτομα και γενετικά χαρακτηριστικά και αυτό είναι η εξέλιξη.

Τα είδη είναι σύνολα πληθυσμών που μπορεί να πολλαπλασιάζονται ή να εξαφανίζονται, αλλά η εξέλιξη δεν τα «βλέπει» ως τέτοια. Σε λίγες περιπτώσεις, μόνον, μπορεί να αναπαράγονται ομάδες ατόμων και η επιλογή να γίνεται σε επίπεδο ομάδων (αποτελούμενων από συγγενικά άτομα ή όχι), αλλά και πάλι όχι σε επίπεδο είδους.

Το δεύτερο σφάλμα αφορά το «για», το οποίο υποδηλώνει σκοπιμότητα. Η εξέλιξη, όμως, είναι μια διαδικασία που απλώς συμβαίνει χωρίς να έχει σκοπό ή να στοχεύει σε κάποια μελλοντική πορεία ή κατάληξη. Το σφάλμα αυτό, η τελολογική αντίληψη της εξέλιξης, είναι πολύ παλιό και γίνεται και για άλλα φυσικά φαινόμενα. Φαίνεται ότι έχει να κάνει με τον τρόπο που αναπτύσσεται και λειτουργεί η σκέψη μας. Η ανάγκη μας να αναγνωρίζουμε σκοπό σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, κατευθύνει τη σκέψη μας προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά η φύση δεν προχωρά έτσι. Δεν υπάρχει τρόπος να «δει» στο μέλλον, τουλάχιστον όχι πολύ μακριά. Το μόνο μέλλον που μπορεί να «δει» μια διεργασία όπως η φυσική επιλογή, είναι αυτό που αφορά περιοδικά φαινόμενα, όταν εκτυλίσσονται σε σύντομα χρονικά διαστήματα. Η έλευση του χειμώνα μετά το καλοκαίρι είναι μια καλή πιθανότητα που μπορεί να επηρεάσει την επιλογή, φυσικά μέσα από την πίεση που ασκεί στη ζωή ενός οργανισμού. Έτσι, αν αλλάξουν δραστικά οι καιρικές συνθήκες, πολλοί οργανισμοί δεν θα καταφέρουν να αντεπεξέλθουν και θα εξαφανιστούν. Ρωτήστε και τους δεινόσαυρους που είδαν τον αστεροειδή να πέφτει στη Γη λίγο πριν πεθάνουν…

Οι άνθρωποι είμαστε το μοναδικό είδος που καταφέραμε πρόσφατα να προβλέπουμε στο κάπως μακρινότερο μέλλον, αν και όχι με μεγάλη ακρίβεια ακόμα. Αλλά και πάλι, αυτή η δυνατότητα δεν έχει επηρεάσει την εξέλιξή μας.

Συχνά φταίμε κι εμείς οι εξελικτικοί βιολόγοι για την παρανόηση περί σκοπού. Όλοι έχουμε δει την εικόνα για την εξέλιξη του ανθρώπου, στην οποία απεικονίζεται αρχικά ένα ζώο που μοιάζει με χιμπαντζή και σταδιακά αντικαθίσταται από άλλο, μέχρι και τον σύγχρονο άνθρωπο. Η απεικόνιση αυτή είναι εσφαλμένη. Η εικόνα της πραγματικής εξελικτικής πορείας θα έμοιαζε περισσότερο με θάμνο. Εμφανίστηκαν κι εξαφανίστηκαν πολλές μορφές προγονικών ανθρώπων, με διάφορους συνδυασμούς χαρακτηριστικών. Εκ των υστέρων, φαίνεται σαν όλες να οδηγούσαν στο σήμερα, λες και η πορεία ήταν προκαθορισμένη.

Το «σήμερα», βέβαια, δεν είναι παρά μια στιγμή στην πορεία του χρόνου. Και πολλές μορφές εξαφανίστηκαν επειδή άλλαξε το περιβάλλον τους. Κάποιες, πιο πρόσφατες, επειδή τις εξαφανίσαμε εμείς οι ίδιοι! Μπορεί να μην είναι ευχάριστη ή παρηγορητική η σκέψη, αλλά δεν υπάρχει ούτε σκοπός ούτε προκαθορισμένη πορεία στην εξέλιξη. Αν δεν είχε πέσει εκείνος ο αστεροειδής πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, το πιθανότερο είναι πως ούτε καν θα υπήρχαμε σήμερα.

Τέλος, η προβληματική έννοια που ανέφερα νωρίτερα είναι το «καλό». Στην εξέλιξη, δεν υπάρχει καλό και κακό με τη συνήθη έννοια που δίνουμε στα πράγματα. Υπάρχουν απλώς χαρακτηριστικά (δομές, όργανα, συμπεριφορές) που επικρατούν σε έναν πληθυσμό επειδή προσφέρουν πλεονέκτημα στην επιβίωση και την αναπαραγωγή των ατόμων που τα φέρουν. Η βρεφοκτονία στα αρσενικά λιοντάρια είναι, υπό αυτή την έννοια, «καλή», ενώ δεν ισχύει το ίδιο στα αρσενικά των ανθρώπων ή κάποιων άλλων ειδών με διαφορετική κοινωνική δομή ή/και συμπεριφορά.

Η δαρβινική θεωρία μπορεί να εξηγεί μικρές αλλαγές μέσα στους πληθυσμούς αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση νέων ειδών και χαρακτηριστικών

Η δαρβινική θεωρία μας έχει δώσει τον βασικό μηχανισμό της εξέλιξης. Κάποιοι, όμως, λένε ότι δεν έχει καταφέρει να εξηγήσει την εμφάνιση νέων ειδών (ειδογένεση) και νέων χαρακτηριστικών. Όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, συνήθως αποδέχονται τις εξελικτικές μεταβολές που συμβαίνουν μέσα στους πληθυσμούς, δηλαδή τη διαρκή μεταβολή στις συχνότητες των γονιδίων και τις μικρές παραλλαγές από άτομο σε άτομο. Αμφισβητούν, όμως, ότι οι μεταβολές αυτές μπορούν να οδηγήσουν στην εξέλιξη νέων μορφών χωρίς να μεσολαβεί κάποια άλλη δύναμη.

Είναι αλήθεια ότι, μερικές φορές, οι εξελικτικοί βιολόγοι διακρίνουν δύο επίπεδα εξέλιξης, τη μικρο- και τη μακρο-εξέλιξη. Η πρώτη αφορά τις διεργασίες που αναφέραμε όσον αφορά την ποικιλομορφία ανάμεσα στα άτομα και μέσα στους πληθυσμούς. Η δεύτερη εστιάζει στα πρότυπα και τις διεργασίες που μελετάμε σε επίπεδο ευρύτερο από το είδος, όταν δηλαδή θέλουμε να εξηγήσουμε την εμφάνιση εντελώς νέων χαρακτηριστικών ή ειδών. Η μακρο-εξέλιξη, ας πούμε, αναζητά απαντήσεις για το εμφανίστηκε το φτέρωμα στα πτηνά, ή οι τρίχες στα θηλαστικά, το κέλυφος στα σαλιγκάρια κ.λπ.

Είναι αυτά τα δύο επίπεδα ριζικά διαφορετικά μεταξύ τους; Χρειάζεται να επικαλεστούμε διαφορετικές διεργασίες για τη μακρο-εξέλιξη από εκείνες που συμβαίνουν στη μικρο-εξέλιξη; Η γενική απάντηση είναι όχι! Πρόκειται για άλλη μια παρανόηση. Όπως στη φυσική, για λόγους απλούστευσης, δεν χρειάζεται συνήθως να ανατρέξουμε στην κβαντομηχανική όταν μελετάμε μακροσκοπικά φαινόμενα, έτσι και στη βιολογία υπάρχουν διαδικασίες που μπορούμε να τις περιγράψουμε χωρίς να ανατρέχουμε διαρκώς στις μεταλλάξεις, τη φυσική επιλογή και τις άλλες διεργασίες που συμβαίνουν σε μοριακό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι επικαλούμαστε νέες δυνάμεις. Απλώς τα ερωτήματα εστιάζονται σε γενικότερα πρότυπα.

Πολύ απλά, όταν μελετάμε την ειδογένεση μας ενδιαφέρουν συνήθως φαινόμενα που έχουν σχέση με τη γεωγραφική ή/και την οικολογική απομόνωση των πληθυσμών, τον βαθμό αναπαραγωγικής απομόνωσης των πληθυσμών, την ταχύτητα διαφοροποίησής τους, το αν κάποιες ομάδες έχουν μεγαλύτερο ρυθμό παραγωγής ειδών από άλλες κ.λπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα φαινόμενα αυτά οφείλονται εντέλει σε διαφορετικές βασικές εξελικτικές διεργασίες από εκείνες της συσσώρευσης μεταλλάξεων και της δράσης της φυσικής επιλογής και των άλλων διεργασιών. Η γεωγραφική απομόνωση ενός πληθυσμού, για παράδειγμα, αποτελεί πολύ συνηθισμένη συνθήκη εμφάνισης νέου είδους και, στην ουσία, αυτό που προκαλεί είναι η συσσώρευση διαφορετικών μεταλλάξεων στον απομονωμένο πληθυσμό βάσει των γνωστών διεργασιών. Έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα οι διαφορές από τον πληθυσμό προέλευσης είναι τόσο πολλές που τα άτομα του ενός πληθυσμού δεν μπορούν να ζευγαρώσουν με εκείνα του άλλου, οπότε λέμε ότι δημιουργήθηκε νέο είδος.

Το άλλο σκέλος της παρανόησης αφορά το πώς μπορεί να εμφανιστεί ένα νέο χαρακτηριστικό, αφού η επιλογή απλώς ξεδιαλέγει ανάμεσα σε παραλλαγές που ήδη υπάρχουν. Έχουμε πει ότι βασικός παράγοντας για τη δράση της επιλογής είναι η παρουσία ποικιλίας, η οποία παράγεται από νέες μεταλλάξεις. Κάποιες φορές, οι μεταλλάξεις αυτές αλλάζουν τον τρόπο που αναπτύσσεται μια δομή ή μια συμπεριφορά, και εφόσον η νέα εκδήλωση προσφέρει πλεονέκτημα, θα διατηρηθεί. Όλα τα χαρακτηριστικά των οργανισμών έχουν προκύψει από τροποποιήσεις προηγούμενων χαρακτηριστικών. Τέτοιες τροποποιήσεις μπορεί να γίνονται μέσα από μικρά βήματα ή μέσα από γρηγορότερο βηματισμό. Αυτό, συνήθως, συμβαίνει όταν μεταλλάσσονται ρυθμιστικές περιοχές του γενετικού υλικού, δηλαδή, όταν αλλάζουν οι κανόνες ανάγνωσης του γενετικού υλικού, οπότε από το ίδιο βασικό υλικό κατασκευάζεται κάτι νέο. Σκεφθείτε, ας πούμε, τα σχέδια και τα υλικά για το κτίσιμο μιας οικοδομής. Με τα ίδια υλικά μπορούμε να φτιάξουμε διαφορετικό κτήριο εάν κάνουμε αλλαγές στα σχέδια. Κάτι ανάλογο συμβαίνει μερικές φορές και στην εξέλιξη! Κάπως έτσι, για παράδειγμα, εξελίχθηκε το φτέρωμα των πουλιών από τις φολίδες των ερπετών.

Η δαρβινική θεωρία μιλά για την εξέλιξη των οργανισμών αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση της ζωής

Εντάξει με την εξέλιξη και την ειδογένεση, αλλά μπορεί η δαρβινική θεωρία να μας πει κάτι για την εμφάνιση της ζωής; Ακόμα και πολλοί εξελικτικοί βιολόγοι υποστηρίζουν ότι αυτή περιγράφει «μόνο» πώς εξελίχθηκε η ζωή μετά την εμφάνισή της αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει πώς δημιουργήθηκε. Από μια σκοπιά, έχουν δίκιο. Η φυσική επιλογή αλλά και οι άλλοι εξελικτικοί μηχανισμοί προϋποθέτουν την ύπαρξη ζωής.

Πριν εξετάσουμε αν αυτή είναι η μοναδική προσέγγιση στο ερώτημα, να ξεκαθαρίσουμε ότι ακόμα κι αν η δαρβινική θεωρία δεν μπορεί να πει κάτι για την εμφάνιση της ζωής, αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να μας πει κάτι η βιολογία ή η επιστήμη εν γένει! Το πέρασμα από την ανόργανη στην έμβια ύλη είναι αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής έρευνας και έχουν διατυπωθεί πολλές βάσιμες υποθέσεις για τις λεπτομέρειες των μηχανισμών που οδήγησαν στους πρώτους ζωντανούς οργανισμούς. Σήμερα, οι επιστήμονες που ασχολούνται με το ζήτημα συμφωνούν όσον αφορά τα γενικά στοιχεία της μετάβασης αυτής και διαθέτουν πολλά στοιχεία από τη χημεία και τη βιοχημεία που στηρίζουν τα πιο ρεαλιστικά σενάρια.

Υπάρχει κάτι που στη συζήτηση αυτή, όμως, που δημιουργεί σοβαρές παρανοήσεις. Αυτό δεν είναι άλλο από τον ορισμό της ζωής. Έχοντας πλέον μάθει πολλά για τον έμβιο κόσμο, μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι κάτι είναι ζωντανό εάν μπορεί να διατηρεί σχετικά σταθερή τη μορφή και την κατάστασή του («ομοιόσταση»), να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του («ερεθιστικότητα») και να παράγει αντίγραφα του εαυτού του («αναπαραγωγή»). Επίσης, η μόνη μορφή ζωής που ξέρουμε, έχει ως χημική βάση τις ενώσεις του άνθρακα. Άρα, αν θέλουμε να αποφύγουμε την κυκλικότητα στον συλλογισμό μας, μπορούμε απλουστευτικά να πούμε ότι ζωή είναι η μορφή οργάνωσης των χημικών ενώσεων του άνθρακα που διαθέτει τις παραπάνω ιδιότητες.

Αντιθέτως, γνωρίζουμε ότι όλες οι υποθέσεις για την ύπαρξη κάποιας άυλης ζωτικής ουσίας, όπως η ζωτική δύναμη που υπέθετε ο Bergson, η ψυχή, το πνεύμα κ.λπ., που υποθέτουν οι περισσότεροι άνθρωποι από την αρχαιότητα έως σήμερα, δεν έχουν επιστημονική βάση! Το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει οργάνωση της ύλης με τις ίδιες ιδιότητες αλλά με διαφορετική χημική σύσταση, παραμένει ανοικτό, αν και η χημεία δεν αφήνει πολλά περιθώρια για στοιχείο διαφορετικό από τον άνθρακα. Όπως και να ’χει, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ζωή δεν είναι κάτι άυλο, κάποια ιδιότητα που πρέπει να αποκτηθεί από την ύλη, αλλά ένας πολύ ιδιαίτερος τρόπος οργάνωσης των χημικών ενώσεων.

Ας επανέλθουμε στο ερώτημά μας. Οι πιο αξιόπιστες υποθέσεις για την εμφάνιση της ζωής, περιλαμβάνουν τη δράση του αλγορίθμου της φυσικής επιλογής από τα πρώτα-πρώτα στάδια της διαδικασίας, πριν καν διαμορφωθούν τα πρώτα κύτταρα. Η πορεία από απλές ανόργανες ενώσεις μέχρι την οργάνωση πιο σύνθετων χημικών διεργασιών που καταλήγουν στην αναπαραγωγή και στον σχηματισμό κυττάρων, απαιτεί την επιλεκτική «επιβίωση» των χημικών μονοπατιών που «απέδιδαν» καλύτερα. Δηλαδή, οι χημικές πορείες που έδιναν σταθερότερα αντίγραφα μορίων και έκαναν καλύτερη εκμετάλλευση των πηγών ενέργειας, διατηρήθηκαν, και το ίδιο συνέβη και με τα διάφορα πρωτο-κύτταρα, αφού μόνο όσα ήταν πιο αποτελεσματικά κατάφεραν να φτιάξουν ικανό αριθμό αντιγράφων τους ώστε να παραμείνουν. Χωρίς να μπούμε σε τεχνικές λεπτομέρειες, αρκεί να πούμε εδώ ότι η φυσική επιλογή, ο κεντρικός μηχανισμός της δαρβινικής θεωρίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την πορεία από την ανόργανη ύλη στη ζωή. Εάν μία από τις υποθέσεις αυτές αποδειχθεί αληθής, κάτι που είναι εξαιρετικά πιθανό, η φυσική επιλογή θα αποδειχθεί και αναγκαία για να υπάρξει ζωή. Άρα, ναι, η δαρβινική θεωρία είναι απαραίτητη και για την εμφάνιση της ζωής στη Γη.

[….] Συνεχίζουμε την περιπλάνησή μας στις πιο συχνές παρανοήσεις για τη σύγχρονη θεωρία της εξέλιξης με μια ενότητα που αφορά τους μηχανισμούς της εξελικτικής διαδικασίας και τη δική μας θέση στο δέντρο της ζωής.

Πόσο τέλεια είναι τα αποτελέσματα της εξέλιξης!

Πολλοί αρχαίοι μελετητές της φύσης αλλά και πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι θεωρούν ότι ο κόσμος μας είναι τέλεια φτιαγμένος. Άλλοι αποδίδουν αυτή την τελειότητα στη σοφία ενός Δημιουργού και άλλοι στη «σοφία» της φύσης. Δυστυχώς, όμως, για την υπέροχη αυτή εικόνα, η προσεκτική μελέτη των ζωντανών οργανισμών αποκαλύπτει ότι είναι απλώς μια πλάνη. Αν και όντως έχουμε πολλούς λόγους να θαυμάζουμε τις λεπτεπίλεπτα συνταιριασμένες σχέσεις ανάμεσα σε πολλούς οργανισμούς, είναι τόσες πολλές οι ατέλειες και τα παράδοξα σχεδιασμένα χαρακτηριστικά τους, που μόνο τέλεια δεν μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει.

Πόσο τέλεια, ή ακόμα κι απλώς λογική, είναι η ύπαρξη κοινής εισόδου για το πεπτικό και το αναπνευστικό μας σύστημα, κάτι που οδηγεί συχνά μέχρι και σε θάνατο από πνίξιμο καθώς τρώμε; Πόσο «σοφά σχεδιασμένη» είναι η έξοδος του ουροποιητικού συστήματος στους άνδρες που ταυτίζεται μ’ εκείνη του γεννητικού ή η έξοδος του απεκκριτικού συστήματος στις καραβίδες δίπλα από το στόμα τους; Οι «τέλειες αρπακτικές μηχανές», όπως οι λευκοί καρχαρίες, τα λιοντάρια κ.ά., συλλαμβάνουν  θηράματα σε λίγες μόνο από τις ενεργειακά δαπανηρές προσπάθειές τους. Τα κατσίκια που σκαρφαλώνουν σε κάθετα, σχεδόν, βράχια, έχουν αρκετά συχνά ατυχήματα από πτώσεις. Οι φρονιμίτες μας προκαλούν συχνά μολύνσεις και δεν υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους.

Τα παραδείγματα είναι χιλιάδες και τα συναντάμε σε κάθε οργανισμό που μελετάμε από κοντά. Η αλήθεια είναι ότι η εξέλιξη δουλεύει με όποιο υλικό είναι διαθέσιμο κάθε στιγμή και η φυσική επιλογή δρα στα πραγματικά χαρακτηριστικά των οργανισμών που κουβαλούν την ιστορία μιας πολύ μακράς σειράς από προγόνους. Η κοινή είσοδος αναπνευστικού και πεπτικού, ας πούμε, στα σπονδυλόζωα (ψάρια, αμφίβια, ερπετά, πτηνά, θηλαστικά) ανάγεται στα προγονικά μας ψάρια που έπαιρναν το οξυγόνο από το νερό καθώς έμπαινε στο στόμα τους όσο κολυμπούσαν ή έτρωγαν, χωρίς σε αυτά να τίθεται ζήτημα «πνιγμού».

Η εξέλιξη είναι μια διαδικασία «μαστορέματος» και όχι μια διαδικασία έξυπνου σχεδιασμού. Κάποια προβληματικά χαρακτηριστικά παραμένουν όσο το κόστος που επιφέρουν δεν επηρεάζει ή δεν είναι μεγαλύτερο από το όφελος που αποκομίζουν οι οργανισμοί σε αναπαραγωγική επιτυχία. Αν το κόστος αυξηθεί, όμως, η φυσική επιλογή, μέσα από τον εκκαθαριστικό κυρίως ρόλο της, θα απαλλάξει τους οργανισμούς από τις δυσλειτουργικές παραλλαγές.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε, επίσης, ότι η φυσική επιλογή δεν δρα σε χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται μετά την αναπαραγωγή. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που δεν έχουν εξαλειφθεί ένα σωρό προβληματικά χαρακτηριστικά, τα οποία εμφανίζονται σε μεγάλη ηλικία. Σημαντικός είναι, επίσης, κι ο ρόλος των σχεδιαστικών περιορισμών. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα νεύρο στον λαιμό της καμηλοπάρδαλης, το οποίο ταξιδεύει από τη σιαγώνα μέχρι το κάτω μέρος του λαιμού της και ξανανεβαίνει για να φθάσει στον εγκέφαλο, αντί να ακολουθήσει τον πολύ πιο σύντομο δρόμο της ευθείας γραμμής.  Καθώς η φυσική επιλογή ευνοούσε μακρύτερους λαιμούς στη διάρκεια της εξέλιξης της σύγχρονης καμηλοπάρδαλης, δεν ήταν δυνατόν να «κοπεί» και να ξανασυνδεθεί το νεύρο πάνω από τους σπονδύλους του λαιμού για να φθάσει κατευθείαν στον εγκέφαλο!

Δεν είναι δυνατόν να εξελιχθούν τόσο πολύπλοκες δομές βάσει των τυχαίων διεργασιών που προβλέπει η εξελικτική θεωρία! 

Εντάξει, θα πουν κάποιοι. Μπορεί να μην είναι τέλειοι οι οργανισμοί αλλά είναι βέβαιο ότι είναι εξαιρετικά πολύπλοκοι. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου, ας πούμε, περιέχει κάπου 100 δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα που μπορούν να δημιουργήσουν πάνω από 100 τρισεκατομμύρια συνδέσεις μεταξύ τους, σχηματίζοντας δίκτυα πληροφορίας και επεξεργασίας που παράγουν τη σκέψη, τη μνήμη, τις αυθόρμητες αντιδράσεις και ρυθμίζουν τις λειτουργίες του σώματος. Ακόμα κι ένα βακτήριο που αποτελείται από ένα μόνο κύτταρο, μάλιστα στην απλούστερη δυνατή μορφή του, περιέχει κάπου 20.000 μικρά οργανίδια μέσα στα οποία κατασκευάζονται πρωτεΐνες. Σε κάθε κύτταρο, από τα 37 τρισεκατομμύρια περίπου που έχει το ανθρώπινο σώμα, κάθε δευτερόλεπτο παράγονται κάπου 10 εκατομμύρια μόρια της «μηχανής» παραγωγής ενέργειας (ΑΤΡ). Η πολυπλοκότητα των ζωντανών οργανισμών, όντως προκαλεί ζάλη! Πώς είναι δυνατόν να φτιάχτηκαν τόσο πολύπλοκα όντα μέσα από τυχαίες διαδικασίες;

Πρόκειται φυσικά, για μια από τις συνηθέστερες παρανοήσεις αφού η φυσική επιλογή, ο βασικός αλγόριθμος της εξέλιξης, δεν περιλαμβάνει τυχαίες διεργασίες! Ακριβώς το αντίθετο: πρόκειται για ντετερμινιστική διαδικασία που επιλέγει ανάμεσα στις παραλλαγές που εμφανίζουν οι οργανισμοί, μόνον όσες ταιριάζουν στις εκάστοτε συνθήκες. Συνήθως, εξαλείφει όσες δεν είναι βιώσιμες ή όσες έχουν μειωμένη δυνατότητα αναπαραγωγής, και λίγες μόνο φορές, οι οποίες όμως είναι και οι σημαντικότερες για την εμφάνιση νέων μορφών, επιλέγει παραλλαγές που τυχαίνει να έχουν υψηλότερη αναπαραγωγική δυνατότητα στις συνθήκες της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Οι τυχαίες διεργασίες που συμβαίνουν παράλληλα, μπορεί μεν να παρεμποδίσουν τη φυσική επιλογή αλλά κάποιες φορές αυτή είναι ισχυρότερη, επειδή η πίεση από το περιβάλλον είναι επίσης πολύ έντονη. Τότε, οι οργανισμοί αλλάζουν έτσι ώστε να προσαρμόζονται καλύτερα στο περιβάλλον.

Συμβαίνει αυτό πάντοτε; Όχι. Όταν δεν συμβαίνει, οι οργανισμοί απλώς εξαφανίζονται! Κι αυτό συμβαίνει διαρκώς. Το 99% των οργανισμών που έχουν εμφανιστεί στη Γη από την αρχή της ζωής, έχουν εξαφανιστεί. Το σημαντικό είναι ότι η φυσική επιλογή δεν είναι καθόλου τυχαία. Αυτό που είναι τυχαίο είναι η εμφάνιση των παραλλαγών από τις οποίες θα επιλέξει. Δηλαδή, τυχαίες είναι οι μεταλλάξεις από τις οποίες η επιλογή ξεδιαλέγει όσες και εάν οδηγούν σε αυξημένη αναπαραγωγή. Η δύναμη αυτής της επιλογής, ακόμα κι όταν το ποσοστό της αυξημένης αναπαραγωγής είναι μικρό, αποδεικνύεται τεράστια. Υπάρχουν κάμποσες εφαρμογές στο διαδίκτυο που το δείχνουν. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι η πρόταση από τον Άμλετ: Methinks it is like a weasel, την οποία εάν προσπαθήσει να την γράψει κανείς πατώντας πλήκτρα στην τύχη, θα χρειαστεί αστρονομικό αριθμό ωρών. Εάν όμως, κάθε γράμμα που τυχαίνει να βρίσκεται στη σωστή θέση διατηρείται σε κάθε νέα πληκτρολόγηση, τότε η φράση γράφεται μέσα σε πολύ λίγες επαναλήψεις!

Στην ουσία, η εμφάνιση πολύπλοκων δομών είναι απολύτως πιθανή, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τα τεράστια χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν, τα οποία πρέπει να τα σκεφτόμαστε σε γενιές. Οι άνθρωποι έχουν μια γενιά κάθε 25 χρόνια περίπου, άρα, χονδρικά, 4 γενιές ανά αιώνα, δηλαδή 40 γενιές κάθε χίλια χρόνια. Μέσα σε λίγες χιλιάδες χρόνια από την επινόηση της κτηνοτροφίας, άλλαξε το γενετικό υλικό μεγάλου μέρους των ανθρώπων για να μπορούν να πίνουν γάλα ως ενήλικες. Μάλιστα, σήμερα θεωρούμε πρόβλημα τη δυσανεξία στη λακτόζη, ενώ ήταν η συνήθης κατάσταση για δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν από την κτηνοτροφία! Η αλλαγή έγινε μέσα σε 400 γενιές περίπου, χρόνος μικρός από εξελικτική σκοπιά. Φανταστείτε τι αλλαγές μπορούν να συμβούν μέσα σε χιλιάδες ή εκατομμύρια γενιές, όπως, ας πούμε, σε ένα ζώο που έχει μια γενιά τον χρόνο που στο ίδιο χρονικό διάστημα (περί τα 10.000 χρόνια) θα είχε 10.000 γενιές. Ή σε ένα βακτήριο που μπορεί να έχει αρκετές γενιές τη μέρα!

Μα είναι μαθηματικά απίθανη η ταυτόχρονη εμφάνιση όλων των μεταλλάξεων που απαιτούνται για να λειτουργήσει μια πολύπλοκη δομή!

Ορισμένοι με κάποιες γνώσεις βιολογίας, πάλι, διατυπώνουν την αντίρρηση ότι η πιθανότητα να εμφανιστούν ταυτόχρονα όλες οι μεταλλάξεις που είναι αναγκαίες για να λειτουργήσει ένα περίπλοκο χαρακτηριστικό είναι σχεδόν μηδενική. Βέβαια, έχει επανειλημμένως δειχθεί ότι ακόμα και ελάχιστες βελτιώσεις ενός χαρακτηριστικού θα επιλέγονται έντονα, έτσι ώστε δεν είναι αναγκαία η ταυτόχρονη εμφάνιση διαφορετικών μεταλλάξεων. Τα περίπλοκα χαρακτηριστικά μπορούν να διαμορφώνονται βήμα-βήμα. Το μάτι των θηλαστικών, ας πούμε, θεωρήθηκε κάποτε σοβαρό παράδειγμα χαρακτηριστικού που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν δεν υπάρχει ολόκληρο. Σήμερα, όμως, γνωρίζουμε ότι η εξέλιξη του ματιού προχώρησε μέσα από σταδιακές βελτιώσεις, κάθε μία από τις οποίες προσέφερε μικρό πλεονέκτημα στους οργανισμούς που την έφεραν. Πολλά από τα στάδια αυτά μάλιστα τα συναντάμε σήμερα σε οργανισμούς που ζουν γύρω μας!

Η εξέλιξη ακόμα και των πιο περίπλοκων δομών, όπως ο εγκέφαλος του ανθρώπου, δεν προβληματίζει πλέον τους επιστήμονες. Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου ένα νέο χαρακτηριστικό όντως οφείλεται σε μικρό αριθμό ταυτόχρονων μεταλλάξεων, οι οποίες όμως είναι στατιστικά πιθανό να συμβούν, αν λάβουμε υπόψη τους πολύ μεγάλους πληθυσμούς που σχηματίζουν πολλοί οργανισμοί, όπως τα βακτήρια. Ξέρουμε, επίσης, ότι κάποια περίπλοκα χαρακτηριστικά καθορίζονται από ελάχιστα γονίδια, τα οποία απλώς ρυθμίζουν τον τρόπο ανάπτυξης. Έτσι, μια-δυο μικρές μεταλλάξεις σε τέτοια ρυθμιστικά γονίδια, έχουν συχνά μεγάλες συνέπειες στο τελικό αποτέλεσμα. Ως γενικό συμπέρασμα, η αντίρρηση της στατιστικής απιθανότητας οφείλεται κυρίως σε ατελή γνώση των μοριακών μηχανισμών της ανάπτυξης και των βασικών αρχών της εξέλιξης.

Τελικά, καταγόμαστε από τους πιθήκους;

Η συνήθης απάντηση που δίνουν οι εξελικτικοί βιολόγοι στο ερώτημα αυτό είναι ότι ο άνθρωπος δεν κατάγεται από τους πιθήκους αλλά μοιράζεται με αυτούς κοινούς προγόνους. Η απάντηση αυτή είναι περισσότερο αποτέλεσμα της μακρόχρονης προσπάθειας εφησυχασμού των ανθρώπων που αισθάνονται άσχημα στην ιδέα της καταγωγής τους από τους πιθήκους παρά επιστημονικά ακριβής. Αν και η διατύπωση «από τους πιθήκους» υπονοεί ότι αναφερόμαστε μόνο στους σημερινούς πιθήκους, χιμπαντζήδες, γορίλες και ουραγκοτάγκους. Υπό αυτή την έννοια, ναι, είναι αλήθεια ότι δεν καταγόμαστε από τους πιθήκους που ζουν σήμερα. Όμως, και ο κοινός πρόγονος που μοιραζόμαστε με αυτούς ήταν πίθηκος! Όπως ήταν προβοσκιδωτά θηλαστικά και τα εξαφανισμένα μαμούθ, έτσι και οι εξαφανισμένοι πρόγονοι των σημερινών χιμπαντζήδων, ανθρώπων κ.λπ., ήταν επίσης πίθηκοι.

Η επιστημονικά σωστή απάντηση στο ερώτημα, λοιπόν, πρέπει να είναι: ναι, καταγόμαστε από πιθήκους, όχι αυτούς που ζουν σήμερα, αλλά από πιθήκους που ήταν οι κοινοί πρόγονοί μας με αυτούς. Στην πραγματικότητα, είμαστε και εμείς πίθηκοι! Για την επιστήμη της βιολογίας, η εξελικτική γραμμή που οδήγησε σε εμάς περιλαμβάνεται στο ευρύτερο κλαδί που ονομάζεται Ανθρωπίδες και περιλαμβάνει τους ανθρώπους, τους μεγάλους πιθήκους και όλους τους προγόνους τους. Αυτό, με τη σειρά του, αποτελεί μέρος του ευρύτερου κλαδιού που ονομάζεται Πρωτεύοντα και περιλαμβάνει όλους τους σημερινούς και εξαφανισμένους πιθήκους. Το εξελικτικό κλαδί, όπως είπαμε, περιλαμβάνει και όλα τα είδη ανθρώπου που υπήρξαν πριν, αλλά και παράλληλα με το δικό μας, όπως οι Νεάντερνταλ, οι Ντενίσοβα κ.λπ., καθώς και τους άμεσους προγόνους μας, τους αυστραλοπιθήκους και τις άλλες μορφές που βρίσκουμε διαρκώς στα απολιθώματα.

Η ταυτότητά μας ως πίθηκοι δεν πρέπει να οδηγεί σε αρνητικά συναισθήματα αλλά να μας κάνει να θαυμάζουμε ακόμα περισσότερο την πορεία που μας έφερε να διαφέρουμε τόσο πολύ από τους συγγενείς μας σε πολλά στοιχεία της συμπεριφοράς και της ανατομίας μας. Ναι, διαφέρουμε όντως αρκετά, αλλά ας μην δημιουργηθεί και άλλη παρανόηση! Κάθε είδος διαφέρει από όλα τα άλλα. Οι γορίλες, ας πούμε, διαφέρουν πάρα πολύ από τους χιμπαντζήδες, τόσο στη μορφή (π.χ., οι αρσενικοί γορίλες διαφέρουν πολύ σε μέγεθος από τους θηλυκούς ενώ οι χιμπαντζήδες όχι) όσο και στη συμπεριφορά (π.χ., οι γορίλες ζουν σε χαρέμια ενώ οι χιμπαντζήδες σε μεικτές ομάδες με ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις). Τα διάφορα είδη ανθρώπου που υπήρξαν παλαιότερα διέφεραν τόσο μεταξύ τους όσο και μ’ εμάς. Η δική μας μεγάλη διαφορά από όλα τα άλλα που γνωρίζουμε αφορά τις νοητικές μας ικανότητες και την συνακόλουθη ανάπτυξη πολιτισμού. Γλώσσα, αυτοσυνειδησία και τέχνη, είναι χαρακτηριστικά που δεν τα συναντάμε σε άλλα είδη, ίσως μόνον ως ψήγματα σε ελάχιστα ακόμη. Αλλά όλα αυτά δεν αλλάζουν το απλό βιολογικό γεγονός ότι είμαστε κι εμείς πίθηκοι.

Αν καταγόμαστε από πιθήκους, γιατί υπάρχουν ακόμα πίθηκοι;

Η προηγούμενη παρανόηση συνοδεύεται συχνά κι από μια ακόμα μεγαλύτερη: αν καταγόμαστε από πιθήκους, γιατί υπάρχουν ακόμα πίθηκοι; Άλλες φορές διατυπώνεται κάπως διαφορετικά: θα γίνουν κάποτε οι χιμπαντζήδες άνθρωποι; Η αντίληψη ότι υπάρχει μια «φυσική κλίμακα», μια προκαθορισμένη πορεία από «κατώτερα» προς «ανώτερα» είδη, ταλαιπωρεί τη σκέψη των ανθρώπων εδώ και αιώνες. Η εξελικτική θεωρία δίνει οριστικό τέλος σε αυτή την αντίληψη, καθώς μας δείχνει ότι η εξέλιξη των οργανισμών δεν ακολουθεί προκαθορισμένη πορεία αλλά άγεται και φέρεται από τις πιέσεις που ασκεί το εκάστοτε περιβάλλον στους διάφορους πληθυσμούς. Κάθε οργανισμός που ζει σήμερα, έχει πίσω του «ίση» εξελικτική ιστορία, αφού όλοι καταγόμαστε εντέλει από έναν κοινό πρόγονο.

Το πώς έφθασαν οι άνθρωποι εδώ, είχε να κάνει με τις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετώπισαν κάποιοι πληθυσμοί πιθήκων πριν από εκατομμύρια χρόνια, κάποιοι απόγονοι εκείνων πιο μετά, και ούτω καθεξής. Οι χιμπαντζήδες, από την άλλη, είχαν προγόνους που φαίνεται ότι συνέχισαν να ζουν μέσα στα τροπικά δάση και δεν μετακινήθηκαν στις σαβάνες. Αντιμετώπισαν άλλες περιβαλλοντικές πιέσεις και άλλαξαν με διαφορετικό τρόπο. Είναι απαραίτητο να επαναλαμβάνουμε διαρκώς ότι η εξέλιξη δεν είναι μια ευθεία γραμμή εναλλαγής του ενός είδους από το άλλο αλλά ένα πυκνό δέντρο με διακλαδώσεις και διαφορετικές πορείες.

Έτσι, όχι, οι χιμπαντζήδες δεν θα γίνουν άνθρωποι, αφού βρίσκονται σε άλλο εξελικτικό κλαδί! Γενικά, πάντως, δεν υπάρχει τρόπος να προβλέψουμε πώς ακριβώς θα εξελιχθούν οι οργανισμοί. Ίσως, το μόνο που μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια είναι ότι δεν είναι πολύ πιθανό εμείς οι ίδιοι να επιτρέψουμε την εξέλιξη άλλων ειδών με νοημοσύνη αντίστοιχη με τη δική μας! Εδώ εξαφανίσαμε άλλα είδη ανθρώπων και πολεμάμε μεταξύ μας διαρκώς. Η μοναδική νοημοσύνη που είναι πιθανό να επιτρέψουμε είναι αυτή που κατασκευάζουμε οι ίδιοι, δικαιώνοντας με κάπως ειρωνικό τρόπο τους οπαδούς του «ευφυούς σχεδιασμού»: εμείς θα είμαστε πλέον η ευφυής δύναμη που σχεδιάζει την εξέλιξη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Γιατί δεν βρίσκουμε στα απολιθώματα «ενδιάμεσες μορφές», «ελλείποντες κρίκους»;

Σκεφθείτε ότι είστε μυρμήγκι στην κορφή ενός δένδρου. Αρχίζετε να κατεβαίνετε, περνώντας από το ένα κλαδί στο άλλο, μέχρι να φθάσετε στον κορμό. Καθώς περνάτε από το ένα κλαδάκι σ’ ένα μεγαλύτερο, αφήνετε πίσω σας τη διακλάδωση. Μα, πού ήταν το ενδιάμεσο κλαδί; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει ένα κλαδί που συνδέει τα δύο; Το ερώτημα αυτό ακούγεται παράλογο, έτσι δεν είναι; Ε, αυτή είναι η συχνότερη αντίρρηση στην εξελικτική θεωρία! Αν τα είδη μοιράζονται κοινούς προγόνους, γιατί δεν βρίσκουμε ενδιάμεσες μορφές;

Ακόμα και κάποιοι εξελικτικοί βιολόγοι κάνουν, μερικές φορές, το λάθος να μιλούν για «μεταβατικές» μορφές, περισσότερο για να ικανοποιήσουν τους αμφισβητίες. Οι περισσότεροι θα πρέπει να έχετε ακούσει για το σημαντικότατο απολίθωμα της «αρχαιοπτέρυγας», τη «μεταβατική μορφή» από τους δεινόσαυρους στα πουλιά. Ή, για το περίφημο Tiktaalik, «ανάμεσα» στα ψάρια και τα τετράποδα αμφίβια. Όταν οι επιστήμονες μιλούν για «μεταβατικές» μορφές, όταν δεν πρόκειται για κίνηση τακτικής, εννοούν ότι ο οργανισμός που βρίσκουμε στα απολιθώματα διαθέτει ένα σύνολο από χαρακτηριστικά, κάποια από τα οποία εμφανίζονται σήμερα στη μια ομάδα οργανισμών και κάποια σε μια άλλη.

Η αρχαιοπτέρυγα, ας πούμε, φέρει και φτερά και δόντια, καθώς και σκελετό ουράς. Φτερά σήμερα έχουν μόνο τα πτηνά, τα οποία όμως δεν φέρουν δόντια και σκελετό ουράς. Είναι, τότε, ενδιάμεση μορφή; Από μια στενή οπτική γωνία, ναι. Όμως, έχουμε βρει δεκάδες απολιθώματα και άλλων ειδών με άλλους συνδυασμούς αντίστοιχων χαρακτηριστικών, σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξης των πτηνών και των δεινοσαύρων. Ποια είναι ενδιάμεσα ποιων; Η απάντηση που πρέπει να δώσουμε είναι ότι η εξέλιξη δεν περιλαμβάνει «ενδιάμεσες» μορφές. Υπάρχουν διακριτά είδη, καθένα με τα δικά του χαρακτηριστικά, κάποιοι πληθυσμοί των οποίων εξελίχθηκαν σε άλλα είδη, τα οποία με τη σειρά τους έδωσαν άλλα, και ούτω καθεξής, μέχρις ότου μερικές γενεαλογικές γραμμές έφθασαν στο σήμερα.

Η αναζήτηση «χαμένων κρίκων» ίσως είχε κάποιο νόημα πολύ πιο παλιά, όταν είχαν βρεθεί ελάχιστα απολιθώματα και δεν διαθέταμε πληροφορίες από το γενετικό υλικό. Τότε, έμοιαζε να υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε είδη όπως ο άνθρωπος και ο χιμπαντζής. Όσο πιο καλά μελετούσαμε τη βιολογία των ειδών, όμως, κι όσο βρίσκαμε περισσότερα απολιθώματα, τόσο η απόσταση αυτή μειωνόταν. Η απόσταση ουσιαστικά χάθηκε όταν διαβάσαμε το γενετικό υλικό. Ο πλούτος των απολιθωμάτων της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου, ας πούμε, είναι μεγάλος (τουλάχιστον συγκριτικά με άλλες ομάδες) και έχουν έρθει στο φως πολλά διαφορετικά είδη που εξελίχθηκαν στο παρελθόν. Αρκεί να ανοίξει κανείς ένα σχολικό βιβλίο ή να κάνει μια σύντομη αναζήτηση στο διαδίκτυο για να βρει τα διάφορα είδη Αυστραλοπίθηκου, Παράνθρωπου, Αρδιπίθηκου, Homo κ.λπ. Μπορεί τότε να διαλέξει όποιο τον ικανοποιεί περισσότερο ως «ενδιάμεσο». Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν «λείπει» κάποια μορφή που να αποτελεί ΤΟΝ ενδιάμεσο κρίκο!

Προφανώς, πάντοτε θα λείπουν απολιθώματα από τη συντριπτική πλειονότητα των μορφών που υπήρξαν στο παρελθόν, αφού η διαδικασία της απολίθωσης είναι δύσκολη, συμβαίνει σπάνια και σε πολύ μικρό αριθμό ατόμων. Φανταστείτε, δηλαδή, έναν πληθυσμό πιθήκων που μόλις απομονώθηκε από τον μεγαλύτερο πληθυσμό του τελευταίου κοινού μας προγόνου με τους χιμπαντζήδες. Αυτός μπορεί να αποτελείτο από μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες άτομα που βρέθηκαν απομονωμένα από τα υπόλοιπα στην άκρη ενός δάσους. Η πιθανότητα να απολιθωθεί κάποιο από αυτά τα άτομα, τα οποία διέφεραν από τον αρχικό πληθυσμό σε ελάχιστα στοιχεία, ίσως σε κάποια γονίδια μόνο, είναι εξαιρετικά μικρή. Το ίδιο θα ισχύει και για τα άτομα του πληθυσμού έπειτα από μία, δύο ή τρεις γενιές, τα οποία έτσι κι αλλιώς θα διαφέρουν επίσης ελάχιστα περισσότερο, σε μερικά μόνο σημεία του γενετικού τους υλικού, κάτι που δεν διατηρείται καν στα απολιθώματα! Έπειτα από κάμποσες γενιές, ίσως ένα άτομο να παρασυρθεί από μια ξαφνική καταιγίδα σε μια ρηχή λιμνούλα με λασπόνερα και εκεί να θαφτεί βαθιά στη λάσπη χωρίς να έρχεται σε επαφή με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας. Εάν, μέσα από μια διαδικασία που κρατά εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια χρόνια, τα μόρια στα οστά του αντικατασταθούν από ανόργανα μόρια, δημιουργώντας ένα απολίθωμα, υπάρχει κάποια μικρή πιθανότητα να το βρούμε σήμερα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιες από τις ελάχιστες διαφορές του από τον κοινό πρόγονό μας με τους χιμπαντζήδες μπορούν να φανούν στο κομμάτι του σκελετού που θα βρούμε. Θα είναι τότε αυτό το άτομο «Ο» ενδιάμεσος κρίκος; Μα, φυσικά και όχι, αφού έχουν περάσει κάμποσες γενιές από άτομα ακόμα πιο «ενδιάμεσα», τα οποία απλώς δεν έτυχε να απολιθωθούν!  Για κάθε διαφορά ανάμεσα σε δύο χαρακτηριστικά, μπορούμε να φανταστούμε και μια ακόμα πιο ενδιάμεση μορφή (με την εξαίρεση κάποιων λίγων περιπτώσεων απότομης εμφάνισης νέων χαρακτηριστικών, στις οποίες δεν υπάρχουν ενδιάμεσες εξ ορισμού!). Απλώς δεν είναι δυνατόν να έχουμε ολόκληρη τη σειρά των απολιθωμάτων, από την πρώτη γενιά μέχρι την τελευταία, και μάλιστα μαζί με το γενετικό υλικό τους, το οποίο μπορεί να διατηρηθεί για μερικές χιλιάδες χρόνια στην καλύτερη περίπτωση, ώστε να μπορούσε να αποτυπωθεί κάθε μικρό βηματάκι της εξέλιξης. Το σπουδαίο είναι, όμως, ότι δεν χρειάζεται να έχουμε τέτοια εξαντλητική σειρά αφού τα στάδια της αλλαγής που όντως βρίσκουμε είναι αρκετά για να μας δώσουν πολύ καλή εικόνα της εξελικτικής πορείας. Έχουμε, σήμερα, αναπτύξει μεθόδους που μας βοηθούν να κατασκευάζουμε πολύ καλές υποθέσεις για την εξέλιξη χρησιμοποιώντας την αλληλουχία των «γραμμάτων» στο γενετικό υλικό των οργανισμών που ζουν σήμερα, σε συνδυασμό και με στοιχεία από τη μορφολογία, τα απολιθώματα κ.λπ. Αυτές οι μέθοδοι μας δίνουν εξελικτικά δέντρα, εξελικτικές υποθέσεις που μπορούμε να τις ελέγξουμε με πρόσθετα στοιχεία. Το εκπληκτικό είναι ότι, όσο περισσότερα τέτοια δέντρα φτιάχνουμε τόσο περισσότερο συγκλίνουν οι υποθέσεις για τις σχέσεις συγγένειας των οργανισμών.

[….] Ολοκληρώνουμε το ταξίδι μας στις συχνότερες περιπλανήσεις για την εξελικτική θεωρία με ζητήματα που αφορούν την κοινωνία μας και τις δικές μας αντιλήψεις. Εννοείται ότι υπάρχουν και άλλα επιμέρους στοιχεία της επιστημονικής ερμηνείας για την παρουσία και την ποικιλία της ζωής στη Γη που μπορεί να δημιουργούν δυσκολίες στην κατανόηση ή και παρανοήσεις, Αλλά είναι κυρίως τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν περισσότερο τους ειδικούς. Η κατανόηση όσων έχουμε πει σε αυτές τις ενότητες είναι αρκετή για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε καλύτερα τον ζωντανό κόσμο γύρω μας και τη θέση μας σε αυτόν.

Η δαρβινική θεωρία στηρίζει ρατσιστικές και άλλες σκοτεινές θέσεις 

Ακούγεται συχνά πως ο δαρβινισμός έχει στενή ιδεολογική συγγένεια με τον ναζισμό και άλλες απάνθρωπες ιδεολογίες και πρακτικές. Αληθεύουν τέτοιου τύπου ισχυρισμοί; Η «επιβίωση του ισχυρότερου», όπως κάποιοι ερμήνευσαν τη θεωρία της φυσικής επιλογής παραμένει και σήμερα ως βασική παρανόηση στο μυαλό όσων υποστηρίζουν τη «φυσική τάξη των πραγμάτων», π.χ., στην οικονομία και κοινωνικά ζητήματα. Κάποιοι λένε μάλιστα ότι ο Δαρβίνος απλώς αντηχεί το πνεύμα του, αναδυόμενου εκείνη την εποχή, καπιταλισμού, Άλλοι, χωρίς απαραίτητα να θεωρούν τους εαυτούς τους ρατσιστές, πιστεύουν ότι κάποιες φυλές ανθρώπων είναι «κατώτερες» διανοητικά, ηθικά κ.λπ., λόγω της προέλευσής τους, δηλαδή εξαιτίας της δράσης της φυσικής επιλογής στους προγονικούς πληθυσμούς τους.

Αν και ιδεολογίες που σήμερα ονομάζουμε ρατσιστικές και σεξιστικές κυριαρχούσαν ήδη πριν από την εμφάνιση του δαρβινισμού, όπως δραματικά μαρτυρούν η δουλεία και η θέση της γυναίκας στις περισσότερες κοινωνίες, κάποιοι πρώιμοι οπαδοί της θεωρίας του Δαρβίνου θεώρησαν ότι βρήκαν σε αυτή την επιστημονική τεκμηρίωση των σχετικών απόψεων. Το κίνημα της «ευγονικής», δηλαδή της επιλεκτικής αναπαραγωγής όσων διαθέτουν «καλά» χαρακτηριστικά, ή, αντίστοιχα, της θανάτωσης όσων φέρουν «κακά», σημείωσε μεγάλη άνθηση στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, βασιζόμενο σε ένα συνονθύλευμα δαρβινικών και ποικίλων άλλων ιδεών, αν και την επιλεκτική αναπαραγωγή είχε ήδη αναφέρει ο Πλάτων! Να σημειώσουμε ότι η «θετική ευγονική» (επιλεκτική αναπαραγωγή) είχε θεωρηθεί ανθρωπιστική και προοδευτική ιδέα, ακόμα και από σοσιαλιστές της εποχής, με όραμα τη δημιουργία μιας ανθρωπότητας από υγιείς, ευφυείς και κοινωνικά αλληλέγγυους ανθρώπους, σε μια κοινωνία ισότητας και συνεργασίας. Εντέλει, η εκδοχή που επικράτησε ήταν αυτή της «αρνητικής ευγονικής», δηλαδή η εξάλειψη όσων θεωρούνταν «κατώτεροι», με κορύφωση τη γενοκτονία Εβραίων και Ρομά από τους Ναζί.

Βέβαια, ο Δαρβίνος διαφωνούσε ρητά με τη μεταφορά της φυσικής επιλογής στις ανθρώπινες κοινωνίες και αν μελετήσει κανείς προσεκτικά την ιστορία της ευγονικής, θα δει ότι οι περισσότεροι οπαδοί της δεν ήταν καν δαρβινιστές! Αντιθέτως, το κίνημα αυτό έχει στενότερη σχέση με την αντίληψη ότι το γενετικό υλικό καθορίζει πλήρως ή, έστω, σε μεγάλο βαθμό, τον φαινότυπο (δηλαδή, το πώς θα αναπτυχθεί το σώμα, η συμπεριφορά και οτιδήποτε δεν ανήκει στο ίδιο το γενετικό υλικό.), αντίληψη που αποκαλείται γενετικός ντετερμινισμός. Η δαρβινική θεωρία, όμως, δεν βασίζεται στον γενετικό ντετερμινισμό. Η φυσική επιλογή δρα μεν σε όσα χαρακτηριστικά έχουν γενετική βάση αλλά υπάρχει και πλήθος άλλων που δεν δέχονται τη δράση της. Επίσης, για να δράσει η φυσική επιλογή σε ένα χαρακτηριστικό δεν χρειάζεται να καθορίζεται πλήρως από το γενετικό υλικό. Αρκεί να έχει κάποια επίδραση που να κάνει έστω και μικρή διαφορά στην αναπαραγωγική.

Ένα συγγενικό κίνημα που συνδέθηκε με τον δαρβινισμό ήταν αυτό που ονομάστηκε «κοινωνικός δαρβινισμός». Η ιδέα αυτή προήλθε, κυρίως, από το έργο του πολυμαθούς φιλοσόφου, βιολόγου και κοινωνιολόγου Herbert Spencer, ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στην ευρωπαϊκή σκέψη του 19ο αιώνα. Ο Spencer ανέπτυξε μια δική του θεωρία για την εξέλιξη της πολυπλοκότητας, ανεξάρτητα από τον Δαρβίνο, έχοντας ως βασικό πυλώνα την έννοια της προόδου. Η θεωρία του ήταν ένα μίγμα της παλαιότερης, εσφαλμένης, θεωρίας του Λαμάρκ και κάποιων ψηγμάτων της δαρβινικής. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι όταν ο Spencer πρότεινε τον όρο «επιβίωση του ικανότερου/καταλληλότερου» στον Δαρβίνο, αυτός έκανε το σφάλμα να τον υιοθετήσει από την 5η έκδοση της Καταγωγής των Ειδών. Αλλά υιοθέτησε μόνο το όνομα, όχι το περιεχόμενο του όρου! Σε κάθε περίπτωση, η θεωρία του Spencer που ονομάστηκε «κοινωνικός δαρβινισμός» βρίσκεται πίσω από την προσπάθεια να τεκμηριωθεί επιστημονικά ο ρατσισμός, αλλά και ο καπιταλισμός, οι κοινωνικές ανισότητες και αρκετές παρόμοιες ιδέες που θεωρούσαν τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους ανθρώπους βασικό μοχλό κοινωνικής προόδου.

Είναι σήμερα σαφές, πάντως, ότι η μόνη σχέση του με την εξελικτική θεωρία βρίσκεται στο ατυχές όνομα. Θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για «σπενσερισμό», ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση. Ο δαρβινισμός δεν απαιτεί τον ανταγωνισμό με την έννοια που δίνεται αυτός στις ανθρώπινες κοινωνίες και η φυσική επιλογή δεν αφορά τον «ικανότερο» αλλά όποιον καταφέρνει να αφήσει περισσότερους απογόνους στις εκάστοτε περιβαλλοντικές συνθήκες.

Επιπλέον, όπως κάθε επιστημονική θεωρία, η εξελικτική θεωρία δεν διατυπώνει αξιολογικές προτάσεις. Έτσι, ακόμα κι αν είχαν (που δεν έχουν) βάση οι απόψεις του κοινωνικού δαρβινισμού για τον ρόλο του ανταγωνισμού και το ότι επιτυγχάνουν οι καλύτεροι στις κοινωνίες μας, αυτό δεν θα μπορούσε να σημαίνει ότι πρέπει και να είναι έτσι. Η επιστήμη δεν προτείνει τι πρέπει να συμβαίνει αλλά περιγράφει το τι συμβαίνει.

Συναφής με αυτό είναι και η πλάνη που ταυτίζει το «φυσικό» με το «καλό». Η ταύτιση αυτή, συνήθως ενισχύεται και από τις τάσεις δαιμονοποίησης νέων τεχνολογιών ειδικά σε περιόδους έντονων αλλαγών. Είναι βέβαιο ότι πολλοί από εσάς αισθάνονται αυθόρμητα μια έλξη προς τις «φυσικές» τροφές, τα «φυσικά» φάρμακα και, γενικότερα, τη «φυσική» ζωή. Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά τη φύση, όμως, πέρα από το πλήθος από δηλητήρια και επικίνδυνους οργανισμούς, θα συναντήσει ένα σωρό συμπεριφορές, πολλές από τις οποίες θα μας φαίνονταν απολύτως απαράδεκτες για τον άνθρωπο, όπως φυσικά και κάποιες ουδέτερες ή αποδεκτές. Μπορούμε να βρούμε παραδείγματα συνεργασίας, φροντίδας των μικρών, αλληλοβοήθειας κ.ά., αλλά ταυτόχρονα συναντάμε χιλιάδες παραδείγματα βρεφοκτονίας, αιμομιξίας, βιασμού, φόνου, δουλείας κ.λπ. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε είδος οργανισμού έχει εξελίξει τα δικά του χαρακτηριστικά και δεν έχει νόημα να αναζητά κανείς δικαίωση για αυτά σε άλλα είδη. Εννοείται, ότι η μελέτη της εξέλιξης της συμπεριφοράς σε όλους τους οργανισμούς μπορεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για το πώς φθάσαμε ως εδώ αλλά αυτό είναι άλλο θέμα.

Από όλα τα παραπάνω, είναι σήμερα ξεκάθαρο ότι ο δαρβινισμός ούτε στηρίζει τον ρατσισμό ούτε θεωρεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα άτομα ως κάτι «καλό». Αντιθέτως, η προσεκτική μελέτη της εξελικτικής πορείας μας βοηθά να κατανοήσουμε τις ρίζες και τον ρόλο της ποικιλότητας, δείχνοντας ότι ο ρατσισμός δεν έχει καμία επιστημονική βάση! Και, φυσικά, παραμένει ανοικτό το γενικότερο ερώτημα για τις πιθανές επιπτώσεις οποιασδήποτε επιστημονικής θεωρίας ή ανακάλυψης. Αυτό δεν αφορά ειδικά την εξέλιξη αλλά κάθε επιστημονικό πεδίο. Είναι, λοιπόν, καλύτερα να κρύβουμε την αλήθεια εάν δούμε πως αυτή μπορεί οδηγήσει σε σοβαρές κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις; Θα ήταν καλύτερα να μην μάθουμε για τις βασικές δυνάμεις και τη δομή των ατόμων επειδή η γνώση αυτή βοήθησε να κατασκευαστεί η ατομική βόμβα; Θα ήταν καλύτερα να σταματήσουμε την έρευνα στη γενετική μηχανική επειδή θεωρητικά θα ήταν δυνατή η κατά παραγγελία κατασκευή ανθρώπων; Οι σχέσεις επιστήμης και ιδεολογίας, επιστημονικής έρευνας και ηθικής, και γενικότερα επιστήμης και κοινωνίας, αποτελούν πολύ ενδιαφέρον πεδίο συζήτησης και επεξεργασίας αλλά δεν αφορούν ειδικά τη δαρβινική θεωρία, για να μην πούμε ότι την αφορούν πολύ λιγότερο από άλλες επιστημονικές θεωρίες.

Ο δαρβινισμός υπερτονίζει τον ανταγωνισμό και υποτιμά τη συνεργασία

Όπως είπαμε παραπάνω, ο Δαρβίνος από μια στιγμή και μετά χρησιμοποίησε τη διατύπωση που πρότεινε ο Herbert Spencer για τη φυσική επιλογή, αναφέροντάς την ως «επιβίωση του καταλληλότερου». Είναι βέβαιο ότι δεν περίμενε πως αυτή η διατύπωση θα οδηγούσε σε μια από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις της θεωρίας του. Ακόμα και σήμερα, πολλοί θεωρούν ότι η δαρβινική θεωρία περιγράφει έναν ατέρμονο αγώνα, μέσα από τον οποίον επιβιώνει όποιος είναι καλύτερος και ισχυρότερος. Είναι εύκολο να μεταφέρει κανείς την ιδέα αυτή και στην πολιτική, τη φιλοσοφία ή την κοινωνιολογία, λέγοντας, για παράδειγμα, ότι επιτυχημένοι οικονομικά ή κοινωνικά είναι όσοι επιλέγονται χάρη στις ικανότητές τους, ή ότι επικρατούν όσοι πολιτισμοί είναι ανώτεροι ή πιο «προσαρμοσμένοι». Η ίδια παρανόηση έκανε, άλλωστε, τον αναρχικό πρίγκηπα Κροπότκιν να προσπαθήσει να προτείνει μια θεωρία που βασίζεται στη συνεργασία και την αρμονία ανάμεσα στους οργανισμούς.

Αν, όμως, εξετάσει κανείς προσεκτικότερα τη δαρβινική θεωρία, θα δει ότι φυσική επιλογή είναι απλώς η διαφορετική αναπαραγωγική αποτελεσματικότητα των ατόμων όσον αφορά τις κληρονομήσιμες διαφορές τους. Οι διαφορές αυτές μπορεί να οδηγούν σε διαφορετική ικανότητα αναπαραγωγής για διάφορους λόγους, όπως το ότι οι πόροι που χρειάζεται κάθε οργανισμός για να επιβιώσει και να αναπαραχθεί δεν είναι απεριόριστοι οπότε κάποια άτομα καταφέρνουν να τους εκμεταλλεύονται καλύτερα στις περιβαλλοντικές συνθήκες στις οποίες ζουν. Από μια οπτική γωνία, συνεπώς, η φυσική επιλογή είναι εξ ορισμού ανταγωνιστική διεργασία. Αν ένα άτομο ζευγαρώσει με έναν υγιέστερο και παραγωγικότερο σύντροφο, κάποια άλλα θα περιοριστούν σε κάποιον υποδεέστερο. Συνήθως, η φυσική επιλογή εξαλείφει τις πολύ προβληματικές μεταλλάξεις και δεν επιτρέπει να αναπτυχθούν τα έμβρυα που τις φέρουν, κάτι που από μια οπτική γωνία, είναι επίσης μια μορφή ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός αυτού του τύπου, όμως, δεν είναι αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι άνθρωποι όταν ασκούν τη παραπάνω κριτική, παρά αναφέρονται στην άμεση σύγκρουση ανάμεσα σε άτομα ή σε εγωκεντρικές συμπεριφορές που προβάλλουν το ατομικό συμφέρον απέναντι σε εκείνο της ομάδας.

Στην επιστήμη της οικολογίας, ο όρος ανταγωνισμός χρησιμοποιείται για την αλληλεπίδραση που έχει ως αποτέλεσμα να υποστεί κάποιο πλήγμα η μέγιστη δυνατή αναπαραγωγική δυνατότητα και των δύο συμμετεχόντων, όπως όταν δύο αρσενικά ελάφια που τσακώνονται για ένα χαρέμι από θηλυκά τραυματίζονται. Είναι, επίσης, γνωστή και η αλληλεπίδραση που ωφελεί και δύο μέρη, η συνεργασία. Τέτοιες αλληλεπιδράσεις, μάλιστα, γνωρίζουμε πως έχουν παίξει καίριο ρόλο στην εξέλιξη της ζωής. Για παράδειγμα, κάποια πολύ σημαντικά όργανα μέσα στα κύτταρά μας  προέρχονται από τη συμβίωση δύο μονοκύτταρων οργανισμών πριν από πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια. Πολύ γνωστά, επίσης, είναι και τα παραδείγματα των ζώων με σύνθετη κοινωνική συμπεριφορά, όπως οι μέλισσες και τα μυρμήγκια, τα οποία έχουν σημειώσει τεράστια επιτυχία βασιζόμενα στη στενή συνεργασία.

Ο Δαρβίνος, φυσικά, γνώριζε πολύ καλά τη σημασία της αμοιβαιότητας και της συνεργασίας αφού είχε ο ίδιος γράψει και ένα εξαιρετικό έργο πάνω στη σχέση των ορχιδέων με τους επικονιαστές τους, άλλο τυπικό παράδειγμα συνεργασίας, ανάμεσα σε διαφορετικά είδη μάλιστα. Ουδέποτε θεώρησε ότι υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στη θεωρία του και αυτές τις σχέσεις αμοιβαιότητας. Αντιθέτως, η εξέλιξη μέσω φυσικής επιλογής άνετα περιλαμβάνει και τη στενή συνεργασία ατόμων ή και ειδών, παρόλο που στον πυρήνα της συνεχίζει να υπάρχει κάποια μορφή ανταγωνισμού! Ο ανταγωνισμός όσον αφορά τη διαφορετική αναπαραγωγική ικανότητα των ατόμων δεν είναι αναγκαίο να εκδηλώνεται μέσα από ανταγωνισμό και στη συμπεριφορά. Υπάρχει ένα μεγάλο εύρος συνθηκών, στο οποίο το ατομικό αναπαραγωγικό «συμφέρον» (με την εξελικτική έννοια) εξυπηρετείται καλύτερα μέσα από τη συνεργασία με άλλους.

Η εξέλιξη της συνεργασίας έχει μελετηθεί σε βάθος και έχει αποτελέσει σημαντικό κομμάτι της εξελικτικής θεωρίας. Ο αλτρουισμός που δείχνουν συχνά οι άνθρωποι, για παράδειγμα, είναι σημαντικός για τη διατήρηση της συνοχής των κοινωνιών και, συνήθως, είναι ειλικρινής για το άτομο που τον εκδηλώνει, παρόλο που από εξελικτική σκοπιά μπορεί να εξηγηθεί μέσα από πιο εγωιστικά κίνητρα, όπως η (μη συνειδητή) «αναμονή» ανταπόδοσης. Ακόμα και η αυτοθυσία μπορεί να εξηγηθεί με ανάλογο τρόπο, αφού πολλές από τις συμπεριφορές μας εξελίχθηκαν τη μακρά περίοδο που ζούσαμε σε μικρές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Τότε, πολλά μέλη της ομάδας είχαν και γενετική συγγένεια, οπότε η αυτοθυσία μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη αναπαραγωγή του θυσιαζόμενου με έμμεσο τρόπο, μέσα από την προστασία των συγγενών του με τους οποίους μοιράζεται πολλά ίδια γονίδια! Επιπλέον, η συμπεριφορά αυτή, από τη στιγμή που έχει εξελιχθεί ως δυνατότητα στην ψυχο-συναισθηματική μας συγκρότηση, εκδηλώνεται σήμερα και στις μεγαλύτερες ομάδες στις οποίες ζούμε. Παραμένει, βέβαια, σπάνια ώστε να κερδίζει τον θαυμασμό μας όποτε εκδηλώνεται!

Ο «αγώνας για επιβίωση» που βρίσκεται πίσω από τη φυσική επιλογή, δεν εκδηλώνεται οπωσδήποτε μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων. Η παρανόηση στην οποία υπέπεσε κι ο Κροπότκιν, είναι ότι η φυσική επιλογή είναι μεν διεργασία ανταγωνιστική όσον αφορά τη γενετική κληρονομιά κάθε ατόμου αλλά δεν απαιτεί και τον συμπεριφορικό ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων. Στα κοινωνικά είδη, όπως ο άνθρωπος, μάλιστα, η φυσική επιλογή ευνοεί σε μεγάλο βαθμό τη συνεργασία, την αμοιβαιότητα και τον αλτρουισμό μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Απλώς, οι άνθρωποι θα πρέπει να θεωρήσουν ως δική τους κοινωνία ολόκληρη την ανθρωπότητα και, για πρώτη φορά στην εξέλιξη της ζωής, να εργαστούν «για το καλό του είδους» ή, ακόμα πιο πρωτάκουστα, για το καλό των περισσότερων άλλων ειδών!

Η θρησκεία είναι συμβατή με τον δαρβινισμό

Σχεδόν κάθε συζήτηση για την εξέλιξη καταλήγει στο ζήτημα της σχέσης της με τη θρησκεία ή ακόμα και με το ερώτημα για την ύπαρξη Θεού. Έχω συναντήσει ελάχιστους ανθρώπους που αμφισβητούν την εξέλιξη χωρίς να έχουν, τουλάχιστον στο πίσω μέρος του μυαλού τους, τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Είναι γνωστό ότι αρκετοί εξελικτικοί βιολόγοι ήταν και είναι θρήσκοι, από τον σπουδαίο Dobzhansky, έναν από τους αρχιτέκτονες της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας, έως τον Francisco Ayala που είχε μάλιστα χρισθεί και κληρικός για λίγο.  Επιπλέον, ο Πάπας Φραγκίσκος, σε μια προχωρημένη τοποθέτηση για θρησκευτικό ηγέτη, επίσης υποστήριξε ρητά τη συμβατότητα της θρησκείας με τη θεωρία της εξέλιξης. Έτσι, θα έλεγε κανείς ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί με καταφατικό τρόπο, εκ των πραγμάτων. Αλλά ας το εξετάσουμε προσεκτικότερα.

Αρχικά, να τονίσουμε ότι το ερώτημα για την ύπαρξη Θεού δεν ταυτίζεται με το ερώτημα για την πίστη σε θρησκεία. Παρότι η δεύτερη προϋποθέτει την πίστη σε κάποιον Θεό ή «ανώτερη δύναμη», δεν ισχύει αναγκαστικά και το αντίστροφο. Θα μπορούσε, κάποιος, να δέχεται κάποια «ανώτερη δύναμη» ή Θεό χωρίς να προκύπτει από αυτό ότι υπάρχει απαίτηση να πιστεύει και σε αυτόν, πόσο μάλλον να εφαρμόζει και ένα σύνολο κανόνων και τελετουργικών, ή να δέχεται την ύπαρξη και «συνοδών» οντοτήτων, όπως οι άγγελοι, ή και εννοιών, όπως η μετά θάνατον ζωή. Οι περισσότεροι άνθρωποι, βέβαια, συνδέουν στενά αυτές τις δύο σκέψεις. Αλλά αν προσπαθήσει κανείς να εξετάσει λεπτομερώς τις απόψεις των περισσότερων θρησκευόμενων επιστημόνων, καθώς και αρκετών άλλων ανθρώπων, θα διαπιστώσει ότι περισσότερο υιοθετούν μια δική τους ερμηνεία της θρησκείας τους παρά ακολουθούν τα όσα αυτή περιλαμβάνει. Αλλά ας προσπεράσουμε το ζήτημα των επιμέρους απόψεων.

Είναι πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι επιστήμη και θρησκεία ασχολούνται με διαφορετικά ζητήματα, ότι αποτελούν μη επικαλυπτόμενες δραστηριότητες του ανθρώπινου πνεύματος. Ας δούμε, λοιπόν, τι αφορά η θρησκεία, αφού για την επιστήμη έχουμε ήδη πει αρκετά. Όλες οι γνωστές θρησκείες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τρεις βασικές συνιστώσες: την οντολογική, την ηθική και την πολιτική.

Καταρχάς, όλες οι θρησκείες έχουν στη βάση τους κάποια εξήγηση του κόσμου και της δημιουργίας του. Πολύ δύσκολα θα βρει κανείς θρησκεία που να μην έχει έναν «μύθο» για τη δημιουργία του κόσμου και, κυρίως, του ανθρώπου, ο οποίος αποτελεί και το κορυφαίο προϊόν της δημιουργίας. Φυσικά, δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς τον ρόλο της επιστήμης στο πεδίο αυτό! Έτσι, από τη στιγμή που η εξελικτική θεωρία περιγράφει όλη την πορεία της ζωής μέχρι σήμερα, μένει μόνο να δεχθούμε ότι ο όποιος «δημιουργός» έδωσε τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες για την εμφάνιση της ζωής, αφήνοντάς την έκτοτε στην τύχη της. Αυτό δημιουργεί πολλά άλλα ερωτήματα, όμως. Σε ποιο στάδιο της εμφάνισης της ζωής συνέβη η παρέμβαση; Όταν υπήρχαν μόνο ανόργανες ενώσεις, αφού σχηματίστηκαν τα πρώτα οργανικά μόρια, τα ένζυμα, τα κύτταρα ή μετά; Το ερώτημα αυτό δεν είναι αμελητέο, αφού η επιστήμη διαθέτει καλές θεωρίες για κάθε τέτοιο στάδιο που δεν απαιτούν κάποια άγνωστη, υπερφυσική δύναμη.

Αλλά, ακόμα κι αν προσπεράσουμε αυτό το πρόβλημα, αν δεχθούμε αυτή τη θεώρηση, θα οδηγηθούμε στο αναπόφευκτο ερώτημα περί της αναγκαιότητας για εμφάνιση του ανθρώπου. Πολύ δε περισσότερο στο ερώτημα γιατί να είναι σημαντική η «λατρεία» μιας τέτοιας θεότητας, η εκδήλωση «πίστης» σε αυτή, η ανάπτυξη τελετουργικών κ.λπ. Μια τέτοια υπόθεση, εάν μπορούσε κανείς να την στηρίξει επαρκώς, θα σήμαινε αυτομάτως την κατάργηση κάθε οργανωμένης θρησκείας!

Κάθε θρησκεία, επίσης, υποστηρίζει ότι προσφέρει το στήριγμα για τους ηθικούς κανόνες και τις ηθικές αξίες που οφείλουμε να ακολουθούμε, το οποίο δεν είναι άλλο από τη θεϊκή τους προέλευση. Προκύπτει, έτσι, το ερώτημα εάν οι ηθικές αρχές όντως πηγάζουν από κάποια υπερφυσική αρχή. Αν όχι, η θρησκεία δεν μπορεί να θεωρηθεί πεδίο προνομιακό για την ηθική καθοδήγηση των ανθρώπων. Από την επιστήμη της εξελικτικής βιολογίας, έχουμε μάθει ότι οι ρίζες της ηθικής βρίσκονται στο εξελικτικό μας παρελθόν, αφού ψήγματα ηθικών κανόνων έχουν και ορισμένα άλλα κοινωνικά ζώα, όπως οι πολύ στενοί συγγενείς μας, οι χιμπαντζήδες. Επίσης, η ψυχολογία μας δείχνει ότι πολλές ηθικές αρχές έχουν εγγενή χαρακτήρα και δεν είναι αποτέλεσμα μάθησης! Για παράδειγμα, η απέχθεια προς την αιμομιξία και προς την εξαπάτηση φαίνεται πως είναι εγγεγραμμένες στην κληρονομούμενη συμπεριφορά μας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η προέλευση και η εξέλιξη της ηθικής είναι νόμιμο αντικείμενο της επιστημονικής έρευνας και, σήμερα, ουδείς σοβαρός ερευνητής στον χώρο αυτόν δεν θεωρεί πως οι ηθικές αρχές δόθηκαν από κάποια εξωτερική δύναμη. Κατά συνέπεια, η βαρύτητα της ηθικής συνιστώσας της θρησκείας δεν φαίνεται να είναι και πολύ μεγάλη. Αντιθέτως, τα παραδείγματα «ανήθικων» εκδηλώσεων εκ μέρους των θρησκειών, όπως η δουλεία, οι σταυροφορίες, οι σφαγές αλλοθρήσκων κ.λπ., είναι πολλά και γνωστά. Επίσης, οι άνθρωποι που δεν θρησκεύονται δεν είναι λιγότερο ηθικοί από τους θρησκευόμενους. Κάποιες έρευνες δείχνουν μάλλον το αντίθετο, αλλά αρκεί να μην υπάρχει διαφορά. Πάντως, η γνωστή φράση «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται» φαίνεται ότι δεν δικαιώνεται από την ιστορία αφού μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει: για τους φανατικούς πιστούς, επιτρέπονται όλα ενάντια στους «άπιστους».

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η θρησκεία είναι ένας θεσμός με σημαντικό ιστορικό ρόλο σε όλες τις κοινωνίες που γνωρίζουμε. Πολύ συχνά η αφοσίωση στη θρησκεία είναι ισχυρότερη από εκείνη στη φυλή, την πατρίδα ή ακόμα και την οικογένεια. Ο ρόλος αυτός δεν ήταν δευτερεύων ή συμπτωματικός, αφού κάθε θρησκεία προσπαθεί να δίνει οδηγίες στους πιστούς της για τον τρόπο ζωής τους και συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την πολιτική εξουσία. Όπως κάθε κοινωνικοπολιτικός θεσμός, οι θρησκείες είναι ό,τι έχει όντως υπάρξει στην ιστορία και όχι κάτι ιδεατό που, «δυστυχώς», οι ανθρώπινες ατέλειες δεν άφησαν να υπάρξει όπως έπρεπε, όπως επιτάσσει το πραγματικό κήρυγμά τους. Αν δεν είναι έτσι, ας καλέσουμε όλους τους πραγματικούς πιστούς να αποκηρύξουν τις στρεβλές εκδοχές της θρησκείας τους.

Επιστρέφοντας στη σχέση της θρησκείας με την επιστήμη στο πεδίο της εξουσίας, θα πρέπει να διαπιστώσουμε ότι, χάρη στην επιστήμη, είμαστε πια σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα τις βαθύτερες ρίζες της κοινωνικής και της ατομικής μας συμπεριφοράς και να εγκαταλείψουμε τον παρωχημένο φυλετισμό. Παράλληλα, βέβαια, η επιστήμη συμμετέχει στη σημερινή εξουσία είτε μέσα από την τεχνολογία είτε και μέσα από αυτή καθαυτή τη γνώσης που προσφέρει. Ας σκεφθούμε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή πολιτική, η διατροφή και η δημόσια υγεία, όλα από τα οποία οδηγούν σε σημαντικές πολιτικές που βασίζονται ή/και καθοδηγούνται από επιστημονικές ανακαλύψεις και συμβουλές. Εν ολίγοις, τόσο η θρησκεία όσο και η επιστήμη κινούνται στην επικράτεια της πολιτικής, διεκδικώντας ρόλους που όχι σπάνια έρχονται σε άμεση σύγκρουση, όπως, ας πούμε, στο θέμα των αμβλώσεων.

Αλλά, σε μια γενικότερη θεώρηση, ας σκεφθούμε τι είναι στ’ αλήθεια η θρησκεία για τους ανθρώπους. Εάν από μια θρησκεία αφαιρέσουμε τα διάφορα ερμηνευτικά σχήματα, όπως ο δημιουργός-Θεός, οι άγιοι-προστάτες, τα θαύματα, η μετάνοια, η μετά θάνατον ζωή, ή τον ρόλο της ως πηγή ηθικών κανόνων, πόσοι άνθρωποι θα την αναγνωρίζουν πια; Πόσοι είναι διατεθειμένοι να δεχθούν μια τέτοια απογύμνωση; Κάθε πραγματική θρησκεία, λοιπόν, έχει ανάγκη την οντολογία της, η οποία γνωρίζουμε καλά πλέον ότι είναι παντελώς εσφαλμένη! Κάθε πραγματική θρησκεία έχει ανάγκη τους ηθικούς κανόνες που πηγάζουν από τον κεντρικό της δογματικό πυρήνα, οι οποίοι και πάλι, όμως, γνωρίζουμε ότι προέρχονται από την εξελικτική και κοινωνική μας ιστορία. Στα δημοκρατικά κράτη, τουλάχιστον, τους θεσπίζουμε πλέον ρητά μέσα από καθαρά κοσμικές διαδικασίες!

Εν κατακλείδι, για να είναι συμβατή η θρησκεία με τον δαρβινισμό (αλλά και την επιστήμη γενικότερα) θα πρέπει να απογυμνωθεί από πολύ κομβικά της χαρακτηριστικά, όπως η ερμηνεία της προέλευσης του κόσμου, η πίστη σε μετά θάνατον ζωή (ή, έστω, σε κάποια άυλη ζωική ενέργεια) και η ανάγκη εκδήλωσης πίστης ή λατρείας σε κάποια υπερφυσική οντότητα. Αλλά τότε, τι μένει; Ο καθένας ας απαντήσει μόνος του.

Η εξελικτική θεωρία είναι απελευθερωτική, μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τον κόσμο γύρω μας, προσφέρει εργαλεία για να βελτιώσουμε τις κοινωνίες μας και συνιστά μια από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις του ανθρώπινου πνεύματος. Αρκεί να την μελετήσουμε προσεκτικά, να διαλύσουμε τις παρανοήσεις και να έχουμε ανοικτό μυαλό στις προκλήσεις που φέρνει.

Σ.Σ. – Ιούλιος 2020