ΑΠΟ ΤΗΝ LUCY ΣΤΟΝ GAGARIN

Το  Σύμπαν θεωρείται συμβατικά ότι έχει ηλικία 13,8 δισεκατομμυρίων χρόνων, έχοντας ως αρχή τη Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang), αν και τα πιο κοσμογονικά γεγονότα συνέβησαν πριν από αυτή. Η ηλικία του Ήλιου και της Γης είναι 5 και 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια αντίστοιχα, ενώ οι πρώτες μονοκύτταρες μορφές ζωής είχαν ήδη εμφανιστεί στον πλανήτη τουλάχιστον 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Κάνοντας ένα άλμα στον γεωλογικό χρόνο του πλανήτη μας, η εξέλιξη της ζωής και της ποικιλομορφίας της μας φέρνει στην εποχή της κυριαρχίας των Δεινοσαύρων, 200-100 εκατομμύρια χρόνια πριν (εκ. χρ. πριν). Η απότομη εξαφάνισή τους, όμως, 66 εκ. χρ. πριν, πιθανότατα λόγω πτώσης αστεροειδούς, θα δώσει την ευκαιρία στα Θηλαστικά να εξελιχθούν και να διαφοροποιηθούν ταχύτατα, καταλαμβάνοντας ποικιλία ενδιαιτημάτων. Σε εκείνη την περίοδο ανάγεται η εμφάνιση των Πρωτευόντων, οι στενές εξελικτικές σχέσεις των οποίων με τους σύγχρονους ανθρώπους είχαν ήδη διαπιστωθεί από τον Κάρολο Δαρβίνο στο βιβλίο του Η Καταγωγή του Ανθρώπου (1871).

Τα Πρωτεύοντα είναι μία ποικιλόμορφη τάξη δενδρόβιων, κυρίως, και κοινωνικών ζώων, διαφόρων μεγεθών και με ιδιαίτερες προσαρμογές. Διατηρούν τέσσερα άκρα με πέντε δάκτυλα στο κάθε άκρο, τα πρόσθια και τα οπίσθια άκρα τους έχουν διαφορετική λειτουργία και μετακινούνται κυρίως με τετράποδη βάδιση. Τα περισσότερα φέρουν ανεπτυγμένη ουρά. Στις προσαρμογές τους συγκαταλέγονται ο μεγάλος εγκέφαλος σε σχέση με το μέγεθός τους, η έγχρωμη και στερεοσκοπική όραση, τα διαφοροποιημένα δόντια, τα πολύ λειτουργικά άνω άκρα, η όρθια στάση και η δίποδη βάδιση, η χρήση εργαλείων, η μακρά γονική φροντίδα, η φωνητική επικοινωνία και η κοινωνική οργάνωση. Με εξαίρεση τους ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούν σε όλες τις ηπείρους της Γης, τα περισσότερα σύγχρονα Πρωτεύοντα ζουν σε τροπικές ή υποτροπικές περιοχές της Αφρικής, της Ασίας και της Αμερικής και είναι γνωστά ως μαϊμούδες και πίθηκοι.

 

primate-cladogram-2-labelled-600-px-tiny-Dec-2015-Darren-Naish-Tetrapod-Zoology

Φυλογενετικό δέντρο των Πρωτευόντων (Primates), όπου φαίνεται η θέση του σύγχρονου ανθρώπου (Homo sapiens) στην υπεροικογένεια των Ανθρωποειδών Πιθήκων (Hominoidea). ©Darren Naish|Scientific American

Ο αρχαιότερος πρόγονος μαϊμούδων και πιθήκων, με μορφή και μέγεθος μεταξύ σκίουρου και γάτας, είναι το είδος Archicebus achilles, το οποίο έζησε στην ανατολική Κίνα 55 εκ. χρ. πριν, στα όρια Παλαιόκαινου και Ηώκαινου. Οι πρώτοι πίθηκοι, όπως ο Aegyptopithecus που βρέθηκε στο Fayum της Αιγύπτου, είχαν ήδη εξελιχθεί στην Αφρική 33 εκ. χρ. πριν, κατά το Ολιγόκαινο, από μαϊμουδόμορφα πρωτεύοντα που είχαν μεταναστεύσει από την Ασία παλαιότερα. Από τη διαφοροποίηση εκείνων των πρώτων πιθήκων εμφανίστηκαν 20 εκ. χρ. πριν, κατά το Μειόκαινο (γνωστό ως «Εποχή των Πιθήκων»), οι πίθηκοι χωρίς ουρά, οι Ανθρωποειδείς Πίθηκοι (Hominoidea), όπως ο Proconsul και ο Ekembo, οι οποίοι, με τη σειρά τους, εξαπλώθηκαν ακτινωτά και προς την Ευρασία, δίνοντας δύο σημαντικούς κλάδους, τους δασικούς και λεπτοκαμωμένους Δρυοπιθήκους και τους πιο εύρωστους Σιβαπιθήκους (στους πρώτους ανήκει και ο γνωστός Ουρανοπίθηκος του ελλαδικού χώρου, που έζησε γύρω στα 10 εκ. χρ. πριν).

Δραματικές αλλαγές παγκόσμιας κλίμακας προς τα τέλη του Μειοκαίνου, μεταξύ 9 και 5,4 εκ. χρ. πριν, άσκησαν πιέσεις, εξωθώντας πολλά είδη πιθήκων από την Ευρασία πίσω προς τις τροπικές περιοχές της Αφρικής και της νοτιοανατολικής Ασίας και αποτέλεσαν το έναυσμα για την περαιτέρω εξέλιξή τους. Το παγκόσμιο κλίμα έγινε ψυχρότερο και ξηρότερο και τα αχανή, πυκνά δάση της κεντρικής και ανατολικής Αφρικής, με την αποπνικτικά υγρή ατμόσφαιρα, αντικαταστάθηκαν βαθμιαία από μία μορφή μωσαϊκής βλάστησης, με θαμνώνες και αραιά δάση να εναλλάσσονται με εκτάσεις ξηρής σαβάνας κατά μήκος ποταμών και λιμνών (μόνο στα δυτικά της Αφρικής παρέμεινε ένα μεγάλο τμήμα της αρχικής πυκνής βλάστησης). Έτσι, ένας καταπράσινος και υγρός κόσμος ακμάζουσας ζωής και γρήγορου θανάτου στα τροπικά γεωγραφικά πλάτη της μαύρης ηπείρου χάθηκε μέσα σε σχετικά σύντομο γεωλογικό χρόνο.

Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον επιβίωσε τελικά, στην Αφρική, μία ομάδα ανθρωποειδών πιθήκων που στην πορεία εξελίχθηκε στους σύγχρονους αφρικανικούς μεγάλους πιθήκους (δύο είδη χιμπατζή και δύο είδη γορίλα) και τον άνθρωπο, με συνεχή γεγονότα ειδογένεσης και εξαφάνισης. Το πιο σημαντικό από αυτά, για εμάς τους ανθρώπους, οδήγησε σε ένα είδος πιθήκου που έζησε τουλάχιστον 7,5 εκ. χρ. πριν και, βάσει βιοχημικών και γενετικών ενδείξεων, προσδιορίζεται σήμερα ως ο Τελευταίος Κοινός Πρόγονος (ΤΚΠ)  χιμπατζή και ανθρώπου. Μέσω αυτού του κοινού προγόνου, απολιθώματα του οποίου δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί, ο άνθρωπος συνδέεται φυλογενετικά και με τους άλλους μεγάλους ανθρωποειδείς πιθήκους.

Τα μέλη των δύο συγγενικών εξελικτικών γραμμών που προέκυψαν από τον κοινό πρόγονο, κατέλαβαν διαφορετικές οικοθέσεις στην ανατολική Αφρική, με το διαχωρισμό τους να είναι σκληρός, καθώς οι δύο ομάδες διασταυρώνονταν μεταξύ τους επί εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, μέχρι να αποκλίνουν οριστικά. Επειδή οι χιμπατζήδες ζούσαν πάντα στο τροπικό δάσος, θεωρούνται συντηρητικό είδος. Δεν χρειάστηκε να προσαρμοστούν σε πολλές αλλαγές, κι έτσι, από εξελικτική άποψη, δεν αναμένουμε να έχουν αλλάξει πολύ αφότου διαχωρίστηκαν από τον κοινό μας πρόγονο, αν και διαχωρίστηκαν κάποια είδη -περίπου την ίδια εποχή που εμφανίστηκε και το γένος Homo– από τα οποία σήμερα ζουν δύο, ο μπονόμπο (Pan paniscus) και ο κοινός χιμπατζής (Pan troglodytes). Δεν συνέβη το ίδιο με τον κλάδο της σαβάνας που χρειάστηκε να προσαρμοστεί σε διαφορετικό, πιο ανοιχτό και ευμετάβλητο περιβάλλον, αλλάζοντας το μυοσκελετικό σύστημα και τον τρόπο διατροφής του και κατευθύνοντας, έτσι, την εξέλιξή του προς τον άνθρωπο (Homo).

Σε ποιο σημείο, όμως, της εξελικτικής διαδρομής μας μπορούμε να τραβήξουμε μία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε άνθρωπο και μη-άνθρωπο; Προφανώς, δεν έχει νόημα να αναρωτιόμαστε ποιο ανθρώπινο μωρό είχε μη ανθρώπινη μητέρα. Μπορούμε όμως να διαχωρίσουμε από όλους τους ανθρωποειδείς πιθήκους, μετά τον τελευταίο κοινό πρόγονο, το γένος Homo, επειδή σε αυτό εμφανίζεται πρώτη φορά ένας μεγάλος εγκέφαλος με ικανότητα επινόησης, κατασκευής και χρήσης λίθινων εργαλείων.

 

Picture1is

Συστηματική κατάταξη του γένους και του είδους μας (Homo sapiens). Ανήκουμε στην οικογένεια των Ανθρωπιδών (Hominidae) και στην ομοιογένεια των Ανθρωπίνων (Hominini), μαζί με όλους τους δίποδους προγόνους μας (Ardipithecus, Australopithecus κ.ά.). Στο γένος μας (Homo) ταξινομούνται περισσότερα από δέκα διαφορετικά είδη ανθρώπου. [Pan=Χιμπατζής, Gorilla=Γορίλας,  Pongo=Ουραγκοτάγκος] ©Βαλάκος, Ε. Δ./ΕΚΠΑ|Πηγή: Βαλάκος 2017|Φυσική Ανθρωπολογία: Διάλεξη 25η|https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/BIOL121/ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ%202017-2018/ΔΙΑΛΕΞΗ%2025η.pdf

Οι πιο αντιπροσωπευτικές μορφές στην εξέλιξη του ανθρώπου τα τελευταία 7 εκατομμύρια χρόνια, δηλαδή μετά το διαχωρισμό τους από τον ΤΚΠ με το χιμπατζή, ταξινομούνται στην ομάδα Ανθρωπίνοι (Hominini, γεν. των Ανθρωπίνων), η οποία περιλαμβάνει αποκλειστικά τον άνθρωπο (Homo) και τους δίποδους προγόνους του. Οι Ανθρωπίνοι είναι κλάδος της υποοικογένειας των μεγάλων αφρικανικών πιθήκων, των Ανθρωπινών (Homininae), η οποία με τη σειρά της ανήκει στην οικογένεια των Ανθρωπιδών (Hominidae) που περιλαμβάνει όλους του μεγάλους πιθήκους χωρίς ουρά (ουραγκοτάγκος, γορίλας, χιμπατζής, άνθρωπος). Με άλλα λόγια, ως Ανθρωπίνοι λογίζονται οι όρθιοι Ανθρωπίδες.

Τα παλαιότερα απολιθώματα Ανθρωπίνων, 7,2-5,2 εκ. χρ. πριν, έχουν βρεθεί στην κεντρική και ανατολική Αφρική και ανήκουν στα γένη Sahelanthropus  (Τσαντ), Orrorin (Κένυα) και Ardipithecus (Αιθιοπία). Συσχετίζονται με τις απαρχές της εξελικτικής γραμμής του ανθρώπου, λόγω της πιθανής δίποδης βάδισής τους. Τα απολιθώματά θα μπορούσαν, κάλλιστα, να είναι μέρος της ποικιλομορφίας ενός μόνο γένους, αφού οι φυλογενετικές σχέσεις μεταξύ τους είναι ασαφείς. Πιθανολογείται ότι ζούσαν σε περιβάλλον ενδιάμεσο μεταξύ δάσους, σαβάνας και λιμνών. Ξεχωριστή θέση, όπως φαίνεται από ένα εκτενές αρχείο απολιθωμάτων στην περιοχή Middle Awash της Αιθιοπίας, κατέχει το είδος Ardipithecus ramidus που έζησε μεταγενέστερα, 4,7-4,3 εκ. χρ. πριν (ardi σημαίνει «του εδάφους» σε τοπική διάλεκτο της ανατολικής Αφρικής) . Τα άτομα του είδους, μεταξύ των οποίων και η γνωστή από το απολίθωμά της Ardi, είχαν μέγεθος χιμπατζή και διέθεταν λεκάνη και πέλμα που δείχνουν ικανότητα για δίποδη βάδιση με ιδιαίτερο διασκελισμό, αν και η συνολική ανατομία τους φανερώνει ότι θα περνούσαν αρκετό χρόνο και πάνω στα δέντρα.

Παρόλο που τα παραπάνω επεισόδια εμφάνισης και εξέλιξης των πρώτων δίποδων προγόνων μας διαδραματίστηκαν στην ήπειρο της Αφρικής, σύμφωνα με μία πρόσφατη υπόθεση, που βασίζεται σε απολιθώματα του ανθρωποειδούς πιθήκου Graecopithecus που βρέθηκαν σε Ελλάδα και Βουλγαρία (μία κάτω γνάθος και ένα δόντι αντίστοιχα), ο διαχωρισμός των προγόνων του ανθρώπου από τους ανθρωποειδείς πιθήκους ενδέχεται να είχε ξεκινήσει στην Ευρώπη και όχι στην Αφρική, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια νωρίτερα από ότι πιστεύουμε σήμερα. Παρατηρήθηκε ότι οι ρίζες των δοντιών του Graecopithecus συμπλέκονται μεταξύ τους, κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου και των προγόνων του, αλλά όχι των ανθρωποειδών πιθήκων. Τα απολιθώματα  εκτιμάται ότι είναι ηλικίας 7,18-7,24 εκατομμυρίων χρόνων, οριακά πιο παλιά κι από τα παλαιότερα ευρήματα του αφρικανικού Sahelanthropus.

 

kkkk

Οι θέσεις των απολιθωμάτων του Graecopithecus freybergi στο χώρο και το χρόνο, σε σχέση με ευρήματα άλλων Ανθρωπιδών. Δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμα η εξελικτική σχέση του Graecopithecus με τον κλάδο των όρθιων Ανθρωπιδών. ©The Telegraph|Πηγή: Knapton 2017|Europe was the birthplace of mankind, not Africa, scientists find|https://www.telegraph.co.uk/science/2017/05/22/europe-birthplace-mankind-not-africa-scientists-find/ 

Σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Graecopithecus,  αξίζει να αναφερθεί ότι ίχνη δίποδης βάδισης, άγνωστου προγονικού είδους, ηλικίας 5,7 εκατομμυρίων χρόνων, που ανακαλύφθηκαν απρόσμενα το 2002 στην περιοχή Καστέλι της δυτικής Κρήτης, είναι σήμερα αντικείμενο έρευνας, καθώς με αυτά επανεξετάζεται η υπόθεση που θέλει δίποδες προγονικές μορφές του ανθρώπου να εξαπλώθηκαν έξω από την Αφρική, μόνο τα τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια.

Επιστρέφοντας πίσω στην Αφρική, σχεδόν παράλληλα με τους τελευταίους Αρδιπιθήκους εμφανίστηκαν και οι Αυστραλοπίθηκοι, που έζησαν 4,2-2 εκ. χρ. πριν. Το αρχαιότερο είδος τους, που είναι και ο παλαιότερος επιβεβαιωμένος Ανθρωπίνος (4,2-3,9 εκ. χρ. πριν), είναι ο Australopithecus anamensis από την περιοχή της λίμνης Turkana, ενώ το πιο γνωστό είναι ο Australopithecus afarensis, που έζησε 3,9-3 εκ. χρ. πριν στην ανατολική Αφρική (australis σημαίνει «νότιος» στα λατινικά). Αντιπροσωπευτικά δείγματα του είδους είναι ο διάσημος σκελετός της Lucy, από την περιοχή Afar της Αιθιοπίας (3,2 εκ. χρ. πριν) και τα ίχνη δίποδης βάδισης στο Laetoli της Τανζανίας (3,5 εκ. χρ. πριν).  Ο Au. afarensis είχε ύψος λίγο μεγαλύτερο από ένα μέτρο, σώμα παρόμοιας μορφής με του χιμπατζή, μέγεθος εγκεφάλου ελαφρώς μεγαλύτερο, μεταξύ 400 και 500 κυβικών εκατοστών και εμφάνιζε έντονο φυλετικό διμορφισμό. Η σκελετική ανατομία του δείχνει ξεκάθαρα όρθια στάση και δίποδη βάδιση, ίσως λίγο αδέξια. Το περιβάλλον του θεωρείται ότι ήταν πιο ανοιχτό, με λιβάδια, θάμνους και δέντρα. Μαζί με τον Au. afarensis έχει προταθεί, για μία σειρά απολιθωμάτων από την Κένυα, η παρουσία ενός δεύτερου γένους ηλικίας 3,5-3,3 εκατομμυρίων χρόνων, του Kenyanthropus, αν και οι περισσότεροι ερευνητές πιστεύουν ότι πρόκειται για δείγματα afarensis.

Άλλοι αυστραλοπίθηκοι, από τη νότιο Αφρική, ήταν ο μορφολογικά πιο «ανθρώπινος» Australopithecus africanus, που έζησε 2,9-2 εκ. χρ. πριν και ο Australopithecus sediba, ο οποίος έχει χρονολογηθεί στα 1,98 εκ. χρ. πριν, ενώ το είδος Australopithecus garhi φαίνεται ότι διέσχιζε τις σαβάνες της ανατολικής Αφρικής γύρω στα 2,5 εκ. χρ. πριν. Τελευταίως, παρουσιάστηκε, ως νέο είδος αυστραλοπιθήκου, ένα απολίθωμα σκελετού από τη νότια Αφρική, εκτιμώμενης ηλικίας 3,67 εκατομμυρίων χρόνων, με μακριά κάτω άκρα, αλλά μικρό πέλμα και με το (αμφιλεγόμενο) όνομα Australopithecus prometheus (ένα ενδιαφέρον εύρημα στο σκελετό είναι ότι διαθέτει πιο μακριά κάτω άκρα, σε σχέση με τα άνω). Παράλληλα με τους αυστραλοπιθήκους, τέλος, έζησε στην Αφρική και μία ομάδα πιο εύρωστων Ανθρωπίνων -με μικρούς εγκεφάλους, μεγάλες γνάθους και μεγάλα μασητικά δόντια- του γένους Paranthropus, χωρίς, όμως, εξελικτική συνέχεια.

Από τα παραπάνω, φαίνεται ότι διάφοροι λεπτοκαμωμένοι αυστραλοπίθηκοι ήταν διάσπαρτοι στην Αφρική 4,2-2 εκ. χρ. πριν, χωρίς όμως οι φυλογενετικές σχέσεις μεταξύ τους να είναι ακόμα ξεκάθαρες. Το πιο απλό εξελικτικό σχήμα θεωρεί τους Au. africanus/garhi γεωγραφικές παραλλαγές και απογόνους του afarensis, τον afarensis απόγονο του anamensis και, τέλος, τον sediba απόγονο του africanus. Όμως, ποιο από τα είδη αυτά είναι ο άμεσος πρόγονος του γένους Homo;

Οι Au. anamensis και Au. afarensis αποτελούν καλούς υποψηφίους για προγόνους του ανθρώπου 3 εκατ. χρ. πριν, αλλά δεν υπάρχει ακόμα επιστημονική ομοφωνία για το ποιο είδος είναι προγονικό μας μεταξύ 3 εκ. χρ. πριν και της εμφάνισης του Homo. Πρόσφατα έχει προταθεί ο  Au. sediba ως ένας τέτοιος πρόγονος, λόγω του μωσαϊκού του χαρακτήρα με γνωρίσματα αυστραλοπιθήκων και ανθρώπων. Το «νεαρό» της χρονολόγησής του (1,98 εκ. χρ. πριν) ίσως να το αποκλείει (μέλη του γένους Homo είχαν εμφανιστεί, ήδη, στο προσκήνιο), αλλά το τυπικό δείγμα από τη θέση Malapa της νότιας Αφρικής μπορεί απλά να ήταν ένα πρόσφατο άτομο. Αν πράγματι ο Au. sediba αποδειχθεί ο πρόγονος μας, αυτό θα σημαίνει ότι το γένος μας ίσως έχει προέλευση από τη νότια Αφρική και όχι από την ανατολική Αφρική, όπως πιστεύεται σήμερα.

 

F1.large

Σχηματική αναπαράσταση του σκελετού της Ardi (Ardipithecus ramidus), του αρχαιότερου όρθιου Ανθρωπίδη, ηλικίας 4,4 εκατομμυρίων χρόνων, με ανάστημα περίπου 1,20 μέτρα και προσαρμογές για ζωή στα δέντρα και στο έδαφος. Η όρθια στάση και η δίποδη βάδιση συνδυάζονται με μακρύτερα άνω άκρα και αποκλίνον μεγάλο δάχτυλο του ποδιού. ©J. H. Mattemes|Πηγή: Lovejoy et al. 2009|The Great Divides: Ardipithecus ramidus reveals the postcrania of our last common ancestors with african apes|DOI: 10.1126/science.1175833

Από τη μελέτη όλων των πρώιμων απολιθωμάτων και ιδιαίτερα των Ardipithecus ramidus και Australopithecus sediba, προκύπτει ότι η φυσική επιλογή πειραματιζόταν επί μακρόν με συνδυασμούς πιθηκόμορφων και ανθρωπόμορφων χαρακτηριστικών και ότι τα πιο «ανθρώπινα» γνωρίσματα εμφανίστηκαν στα διάφορα είδη, σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικούς ρυθμούς εξέλιξης. Είναι βασικό, λοιπόν, να καταλάβουμε ότι η εξέλιξη προς τον άνθρωπο δεν ήταν μία απλή, γραμμική αλληλουχία ειδών, όπως εσφαλμένα απεικονίζεται συνήθως, όπου ένα είδος «μεταμορφώνεται» διαδοχικά σε άλλο, αλλά ένα διακλαδισμένο δέντρο, όπου κάθε κλάδος αποτελεί ξεχωριστή εξελικτική γραμμή (και όπου, περιστασιακά, κάποιοι κλάδοι του ενδέχεται να συγκλίνουν και να ξανασμίγουν,  όπως αποδεικνύεται γενετικά σήμερα).

Μία πρώτη ερμηνεία για το «τί» ήταν εκείνο που κατέβασε τους πρωτόγονους Ανθρωπίδες από τα δέντρα, περιλαμβάνει ένα συνδυασμό υποθέσεων και γεγονότων. Χωρίς την πυκνή, τροπική βλάστηση οι δενδρόβιοι ανθρωποειδείς πίθηκοι έπρεπε πια να διασχίζουν περπατώντας νησίδες εδάφους χωρίς βλάστηση μεταξύ των πιο πράσινων περιοχών με δένδρα και πυκνότερο φύλλωμα. Ίσως ο νέος τρόπος βάδισης βελτίωνε την απόδοσή τους (το αργό βάδισμα είναι ενεργειακά πιο αποδοτικό) ή η καινοτομία να τους παρείχε ένα καλύτερο σύστημα ψύξης στις περιοχές χωρίς σκιά (ένα σώμα σε όρθια στάση δέχεται λιγότερη ακτινοβολία από τον ήλιο). Ίσως, πάλι, οι περιορισμένοι πόροι τροφής να ήταν εκείνοι οδήγησαν στην ανατομική αλλαγή προς τη δίποδη βάδιση. Καθώς τα δάση περιορίστηκαν και οι καρποί και οι βλαστοί ήταν πια λιγοστοί, οι μακρινοί μας πρόγονοι ίσως στράφηκαν στην αναζήτηση νέων πηγών πρωτεϊνών ή/και λιπών (πιο ζωικής προέλευσης), διανύοντας, έτσι, μεγάλες αποστάσεις ή κινούμενοι όρθιοι μέσα σε ποτάμια και λίμνες.

Στο γένος Homo, που αποτελεί τη φυσική συνέχεια των αυστραλοπιθήκων, ανήκει συμβατικά κάθε όρθιος Ανθρωπίδης που κατασκευάζει λίθινα εργαλεία, γεγονός που φανερώνει και τις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού. Όλα τα είδη Homo μετά τον Homo erectus και πριν από τον Homo sapiens αναφέρονται συχνά ως Αρχαϊκοί Άνθρωποι (γνωστοί  κοινώς και ως «άνθρωποι των σπηλαίων»), με τα δείγματα που ξεκάθαρα ανήκουν στον Homo sapiens να αναφέρονται ως Ανατομικά Σύγχρονοι Άνθρωποι. Αρχαϊκοί και σύγχρονοι άνθρωποι διαφέρουμε τόσο από τους ανθρωποειδείς πιθήκους, όσο και από τους δίποδους προγόνους μας στη μορφολογία και τη δομή των σωμάτων μας, τη συμπεριφορά και τη γενετική μας σύνθεση.

 

18006

Οι παλαιότερες (και πιο διάσημες) αφρικανικές θέσεις όρθιων Ανθρωπιδών στα όρια Πλειοκαίνου-Πλειστοκαίνου (3-2 εκατομμύρια χρόνια πριν) που δείχνουν ότι, πράγματι, η ήπειρος της Αφρικής είναι η κοιτίδα του ανθρωπίνου γένους, λόγω των αρχαιότερων και περισσότερων απολιθωμάτων. Τα πιο πρώιμα είδη Homo βρέθηκαν κυρίως στην ανατολική Αφρική. ©GEOATLAS/GRAPHI-ORGE-adapted by E. Otwell|Πηγή: Bower 2013|Where do humans come from?|https://www.sciencenewsforstudents.org/article/where-do-humans-come

Η ανάδυση του γένους Homo στην Αφρική συμπίπτει με την έναρξη των Παγετώνων του Πλειστόκαινου και σηματοδοτεί την έναρξη της Παλαιολιθικής Εποχής. Αν και το παλαιότερο επιβεβαιωμένο απολίθωμα Homo χρονολογείται 2,8 εκ. χρ. πριν (τμήμα γνάθου στη θέση Ledi-Geraru/Afar της Αιθιοπίας), παραδοσιακά, πρώτο μέλος του γένους θεωρείται το είδος Homo habilis (Άνθρωπος ο επιδέξιος) βάσει απολιθωμάτων -ένα μερικώς διατηρημένο κρανίο  600 κυβικών εκατοστών και μία γνάθο- ηλικίας 2,3 εκατομμυρίων χρόνων που βρέθηκαν στο φαράγγι Olduvai της Τανζανίας. Ψηφιακή αναπαράσταση του κρανίου δείχνει ότι έχει ενδιάμεση μορφή μεταξύ αυτών του Australopithecus afarensis και του μεταγενέστερου Homo erectus. Ο H. habilis διέθετε ένα «κράμα» γνωρισμάτων και έμοιαζε με «πιθηκάνθρωπο». Είχε δυσανάλογα μακριά χέρια, ελαφρώς προεξέχον πρόσωπο και δεν εμφάνιζε το μέγεθος και το σχήμα του σώματος ή τα μικρά δόντια, που είναι χαρακτηριστικά μεταγενέστερων ειδών ανθρώπου.

Τα χαρακτηριστικά αυτά εμφανίστηκαν αργότερα, κοντά στα 2 εκ. χρ. πριν, σε απολιθώματα που περιγράφονται ως Homo ergaster/erectus, το αμέσως επόμενο χρονικά είδος μετά τον H. habilis. Γι’ αυτό σήμερα προτείνεται ως διαχωριστική γραμμή μεταξύ αυστραλοπιθήκων και ανθρώπων το όριο μεταξύ habilis και erectus, με τον πρώτο να κατατάσσεται στους αυστραλοπιθήκους και τον δεύτερο να θεωρείται, ουσιαστικά, ο πρώτος άνθρωπος. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή της Παλαιολιθικής και η πρώτη πολιτισμική φάση της, γνωστή ως Ολδουβάια, με τα χαλικοειδή λίθινα εργαλεία της, εμφανίζονται μετά τα 2,6 εκ. χρ. πριν στην ανατολική Αφρική και συσχετίζονται με ελαφρώς μεγαλύτερους εγκεφάλους είτε αυστραλοπιθήκων (Au. garhi?), είτε του Η. habilis.

Προσφάτως, ωστόσο, ευρήματα από τη θέση Lomekwi της Κένυας τοποθετούν τα πρώτα υποτυπώδη εργαλεία (λίθινες φολίδες) -αγνώστου κατασκευαστή- στα 3,3 εκ. χρ. πριν, ενώ ανθρωπογενή «σημάδια κοπής» σε οστά ζώων από αιχμηρό αντικείμενο έχουν βρεθεί στη Dikika της Αιθιοπίας και χρονολογούνται 3,4 εκ. χρ. πριν. [Άλλες, μεταγενέστερες ενδείξεις «ανθρώπινης» δραστηριότητας και συμπεριφοράς στο Ain Boucherit της Αλγερίας, που χρονολογούνται 2,4-1,9 εκ. χρ. πριν, φανερώνουν ότι η κατασκευή και η χρήση λίθινων εργαλείων ήταν διαδεδομένη μεταξύ των πρώτων «ανθρώπων» και πέρα από την ανατολική Αφρική.]

 

CFebZKzW0AA-gSJ

Οι τύποι λιθοτεχνίας πριν το σύγχρονο άνθρωπο στην Αφρική: Αχελαία, Ολδουβάια και Λομέκβια. ©MPK-WTAP|Turkana Basin Institute/Stony Brook University

Συνεχίζοντας την αναφορά στα πρώτα μέλη του γένους μας, μία μικρή ομάδα απολιθωμάτων ηλικίας 1,8-2 εκατομμυρίων χρόνων από το Koobi Fora της βόρειας Κένυας έχει αναγνωριστεί με πιο πλατιά πρόσωπα και μικρότερες και πιο γωνιώδεις γνάθους, σε σχέση με τον Η. habilis και ανήκουν στο Homo rudolfensis. Ελλείψει όμως πληροφοριών για τον υπόλοιπο σκελετό, υπάρχουν ασάφειες για τη συγγένειά τους με τους σύγχρονους ανθρώπους, τόσο στο επίπεδο του γένους, όσο και του είδους και γι’ αυτό σήμερα θεωρούνται αυστραλοπίθηκοι. Διαφωνίες υπάρχουν, επίσης, και για τη διάκριση μεταξύ Homo ergaster και Homo erectus, καθώς είναι δύσκολο μορφολογικά να διαχωρισθούν αξιόπιστα. Αν και κατά μία άποψη το είδος ergaster καλύπτει άτομα αφρικανικής προέλευσης  και το erectus άτομα που βρέθηκαν έξω από την Αφρική, σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι όλα τα σχετικά δείγματα ανήκουν σε ένα, μόνο, διαδεδομένο και ποικιλόμορφο είδος, το Homo erectus.

Τα παλαιότερα ευρήματα του Homo erectus (Άνθρωπος ο όρθιος) χρονολογούνται 1,9 εκ. χρ. πριν και βρέθηκαν στην Κένυα της Αφρικής. Αποτελούν την πρωιμότερη (αφρικανική) φάση του είδους (γνωστής και ως Homo ergaster). Το πιο γνωστό απολίθωμα erectus είναι το εντυπωσιακό Nariokotome (Turkana) Boy, ηλικίας 1,6 εκατομμυρίων χρόνων από τη λίμνη Turkana της Κένυας, που είναι μέχρι σήμερα ο πιο πλήρης σκελετός όρθιου Aνθρωπίδη που έχει ανακαλυφθεί και που δίνει σημαντικές πληροφορίες για το είδος. Άλλα ονομαστά ευρήματα του είδους από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα είναι ο Άνθρωπος της Ιάβας (Pithecanthropus erectus, παλαιά γραφή) και ο Άνθρωπος του Πεκίνου (Sinanthropus pekinensis, παλαιά γραφή) αντίστοιχα. Ο H. erectus υπήρξε το μακροβιότερο είδος Homo, καθώς έζησε περισσότερο από 1,5 εκατομμύρια χρόνια, με μικρές αλλαγές στην ανατομία και τον υλικό πολιτισμό του. Είχε ύψος, βάρος και μέγεθος δοντιών παρόμοια με αυτά των σύγχρονων ανθρώπων. Οι αναλογίες των άκρων του ήταν, επίσης, ανθρώπινες, αλλά το μέγεθος του εγκεφάλου του, περίπου 900 κυβικών εκατοστών, ήταν σημαντικά μικρότερο.

Ο H. erectus ανέπτυξε 1,5 εκ. χρ. πριν την Αχελαία λιθοτεχνία «χειροπελέκεων» και έλεγξε τη φωτιά, το αργότερο, 800 χιλιάδες χρόνια πριν (χιλ. χρ. πριν). Παράλληλα, ήταν το πρώτο είδος Homo που ταξίδεψε έξω από την Αφρική, αφού έχουν βρεθεί απολιθώματά του στο Dmanisi της Γεωργίας που χρονολογούνται 1,75 εκ. χρ. πριν (παρόλο που τα κρανία των συγκεκριμένων ευρημάτων είναι όγκου 650 κυβικών εκατοστών, δηλαδή αρκετά μικρότερα από το τυπικό κρανίο erectus των 900 κυβικών εκατοστών). Το μεγάλο μέγεθος σώματος και η ικανότητα εφίδρωσης προσέδιδαν αντοχή στη ζέστη και την αφυδάτωση και επέτρεψαν στον erectus να ζει σε μεγάλο εύρος περιβαλλόντων και να επεκταθεί γρήγορα έξω από την Αφρική.

Μεταγενέστεροι Homo από την Αφρική και την Ευρώπη, όπου δεν υπήρχαν μέχρι 1,2 εκατ. χρ. πριν, είναι λιγότερο εύρωστοι, αλλά με μεγαλύτερους εγκεφάλους από τους πρώτους erectus,  μεγέθους 1.200 κυβικών εκατοστών, και ονομάζονται Homo heidelbergensis (Άνθρωπος της Χαϊδελβέργης). Πρόκειται για ένα «προχωρημένο» για την εποχή του και ποικιλόμορφο είδος, με ευρεία γεωγραφική διασπορά και με καταγωγή από τον H. erectus στην Αφρική, κάπου μεταξύ 800 και 700 χιλ. χρ. πριν. Στον heidelbergensis ανήκει και το κρανίο του «Αρχανθρώπου των Πετραλώνων» στην Ελλάδα, απροσδιόριστης ηλικίας μεταξύ 200 και 700 χιλιάδων χρόνων. Ο Άνθρωπος της Χαϊδελβέργης ίσως ήταν το πρώτο είδος Homo που διέθετε κάποια μορφή ομιλίας, φρόντιζε τα ασθενικά άτομα και έθαβε τους νεκρούς του.

 

petralona

Ο Αρχάνθρωπος των Πετραλώνων (Homo heidelbergensis) που ανακαλύφθηκε το 1960 στο ομώνυμο σπήλαιο στη βόρεια Ελλάδα, ηλικίας μεταξύ 200 και 700 χιλιάδων χρόνων (με πιο πιθανή γύρω στα 400 χιλιάδες χρόνια). Πηγή: [29] Rightmire 2013|DOI: 10.1007/978-3-642-27800-6_55-5

Γενικά θεωρείται ο πρώτος αρχαϊκός άνθρωπος, από τον οποίο εξελίχθηκαν οι μεταγενέστεροι Denisovans, Homo neanderthalensis και Homo sapiens, παρόλο που δεν αποκλείεται να εμφανίστηκε λίγο μετά τον κοινό διαχωρισμό των Denisovans/Νεάντερταλς από τον εξελικτικό κλάδο του sapiens, που βάσει αναλύσεων αρχαίου DNA έγινε 770-550 χιλ. χρ. πριν. Από τα ίδια γενετικά ευρήματα προκύπτει ότι o μακρινός πρόγονος και των τριών ειδών θα έπρεπε να είχε εμφανιστεί παλαιότερα από τον heidelbergensis, γύρω στα 1,4-0,9 εκατ. χρ. πριν (στην Αφρική ή στην Ευρασία). Ακόμα και αν ο heidelbergensis δεν είναι, τελικά, άμεσος πρόγονός μας, είναι ένα πολύ συγγενικό είδος με εμάς, με εμφανή «ανθρωπόμορφα» χαρακτηριστικά (πολύ περισσότερο από του erectus). Να σημειωθεί ότι τα αφρικανικά απολιθώματα που μοιάζουν με heidelbergensis τα τελευταία 700 χιλ. χρόνια ονομάζονται από μερικούς ερευνητές Homo rhodesiensis, μετά το ανακαλυφθέν κρανίο του Broken Hill στη Ζάμπια (πρώην Ροδεσία), το οποίο χρονολογείται 300-125 χιλ. χρ. πριν. Σε αυτό το εναλλακτικό σενάριο, ο H. heidelbergenis είναι ένα ευρωπαϊκό είδος, που έδωσε το H. neanderthalensis και ο H. rhodesiensis είναι ένα αφρικανικό είδος, που έδωσε το H. sapiens.

Ξαφνικά, μετά τον H. heidelbergensis, αρκετά είδη εμφανίζονται στο εξελικτικό προσκήνιο, κυρίως έξω από την Αφρική, γεγονός που έχει τη σημασία του, καθώς δείχνει ότι και η ήπειρος της Ευρασίας έπαιξε ξεχωριστό ρόλο στην εξέλιξη του ανθρώπου. Αν και σήμερα ο σύγχρονος άνθρωπος είναι το μοναδικό είδος Homo που υπάρχει στον πλανήτη (από όσο γνωρίζουμε), δεν συνέβαινε το ίδιο 150-50 χιλ. χρ. πριν, όταν μοιραζόμασταν την Ευρασία με τον Homo erectus, τον Homo floresiensis και δύο πολύ συγγενικά μας είδη, τον Homo neandrethalensis και τους Denisovans. Τα δύο τελευταία φαίνεται να επηρέασαν σε κάποιο βαθμό την εξέλιξη των σύγχρονων ανθρώπων, έξω από την Αφρική, γενετικά και πολιτισμικά.

Ο Homo neanderthalensis (Άνθρωπος του Νεάντερταλ), ο πιο διάσημος συγγενής μας, πήρε το όνομά του από το τυπικό δείγμα του είδους, ηλικίας 40 χιλιάδων χρόνων, που βρέθηκε στην κοιλάδα Neander της Γερμανίας το 1856 και αποτελεί μία μορφολογικά ξεχωριστή ομάδα, που έζησε 350-39 χιλ. χρ. πριν στην Ευρώπη και τη δυτική Ασία (από την Ισπανία μέχρι το Ιράκ). Πρόκειται για εύρωστους ανθρώπους, με κοντόχοντρη σωματική διάπλαση, μεγάλα κρανία και με έντονα υπερόφρυα τόξα. Συγκριτικά με εμάς, είχαν μικρότερο μέτωπο, με κλίση προς τα πίσω, φαρδύτερη μύτη και βραχύτερη κνήμη. Ήταν ικανότατοι κυνηγοί, όντας προσαρμοσμένοι στο ψύχος της Εποχής των Παγετώνων.

Ο H. neanderthalensis θεωρείται απόγονος του H. heidelbergensis και ξεχωριστό είδος από τον Homo sapiens, αν και στενά συγγενικό. Το μιτοχονδριακό DNA του neandrethalensis έδειξε ότι είναι διακριτό από το αντίστοιχο του sapiens (διαφέρουν περίπου σε 200 μεταλλάξεις) και ότι έχει πολύ πιο μικρή ποικιλομορφία, ενώ από άλλα γενετικά ευρήματα πυρηνικού DNA αποδεικνύεται ότι οι εξελικτικές γραμμές των Νεάντερταλς και των σύγχρονων ανθρώπων διαχωρίσθηκαν πολύ πίσω στο παρελθόν (770-550 χιλ. χρ. πριν). Από απολιθώματα ηλικίας 430 χιλ. χρόνων στο σπήλαιο Sima de los Huesos της Ισπανίας και εξέταση του DNA τους φαίνεται, επίσης, ότι αρχαϊκοί άνθρωποι που έμοιαζαν με πρώιμους neanderthalensis,  εξελίσσονταν ήδη στην Ευρώπη, πολύ πριν την εμφάνιση του δικού μας είδους εκεί.

Για την εξαφάνιση των Νεάντερταλς, γύρω στα 39 χιλ. χρ. πριν, υπάρχουν διάφορες υποθέσεις, όπως περιορισμός κυνηγιού λόγω παγετώνων ή αδυναμία για πολιτισμικές καινοτομίες, με επικρατέστερη, όμως, εκείνη της εξαφάνισης λόγω αλληλεπίδρασης ή ανταγωνισμού  με τους Homo sapiens. Η σύμπτωση της εξαφάνισης των Νεάντερταλς με την αργοπορημένη είσοδο των σύγχρονων ανθρώπων στην Ευρώπη, γύρω στα 45 χιλ. χρ. πριν, αφήνει να εννοηθεί ότι αυτή οφείλεται σε κάποιου είδους ανωτερότητα των τελευταίων. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να ισχύει, καθώς και οι Νεάντερταλς είχαν αναπτύξει τον δικό τους, ξεχωριστό πολιτισμό. Ωστόσο, όταν άρχισαν να έχουν τις πρώτες επαφές με άτομα του είδους μας, βρίσκονταν εξελικτικά στις τελευταίες χιλιετίες της ύπαρξής τους, αποδεκατισμένοι και σε μεγαλύτερη απομόνωση μετά από ατελείωτους παγετώνες.

Ένα νέο είδος, που φαίνεται να είναι πολύ συγγενικό με τον Homo neanderthalensis και τον Homo sapiens, ανακαλύφθηκε το 2010 στο σπήλαιο Denisova της Σιβηρίας, όπου βρέθηκαν ένα θραύσμα φάλαγγας χεριού και ένας γομφίος, ηλικίας 41 χιλιάδων χρόνων. Οι άνθρωποι του σπηλαίου ονομάστηκαν DenisovansΝτενισόβανς») και αποτελούν το πρώτο είδος που ανακαλύπτεται από το DNA και όχι από απολιθώματα. Το πυρηνικό DNA του οστού έδειξε για τους αγνώστους κατοίκους του σπηλαίου κοινή καταγωγή με τους Νεάντερταλς και ότι ο γενετικός διαχωρισμός των πληθυσμών τους έγινε 470-380 χιλ. χρ. πριν, γεγονός που «δένει» με τα ευρήματα στο σπήλαιο Sima de los Huesos. Από την άλλη, όμως, το μιτοχονδριακό DNA δεν ταίριαζε ούτε με neanderthalensis, ούτε με sapiens (διέφερε κατά 400 μεταλλάξεις περίπου και από τα δύο αντίστοιχα DNA). Η ασυμβατότητα του μιτοχονδριακού DNA, θα μπορούσε να εξηγηθεί με επιμειξία των Denisovans ή των προγόνων τους με άλλο, άγνωστο αρχαϊκό είδος στο πολύ μακρινό παρελθόν (κοντά στο ένα εκατομμύριο χρόνια πριν). Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι Denisovans ήταν «ξαδέλφια» με τους Νεάντερταλς, αλλά πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, με τους πρώτους να έχουν αποχωριστεί από τους προγόνους των Νεάντερταλς πριν από την εμφάνιση πολλών από τα χαρακτηριστικά των ίδιων  των Νεάντερταλς.

Πέρα από το DNA του οστού στο σπήλαιο Denisova,  η μελέτη του γομφίου έδειξε ότι το μέγεθός του είναι εκτός του εύρους ποικιλομορφίας των Νεάντερταλς ή των σύγχρονων ανθρώπων και ότι ταιριάζει με γομφίο erectus. Οι παρατηρήσεις αυτές διαφοροποιούν ακόμα περισσότερο τους Denisovans από τους neandrethalensis και τους sapiens και αφήνουν άλυτες τις μορφολογικές σχέσεις τους με άλλους αρχαϊκούς ανθρώπους στην Ασία 100-50 χιλ. χρ. πριν. Απαντήσεις για αυτό το άγνωστο είδος της Σιβηρίας θα δοθούν μόνο με την ανακάλυψη σκελετικών απολιθωμάτων τους (αρχές του 2019 επιβεβαιώθηκε η ανακάλυψη τμημάτων από οστά κρανίου που ανήκουν σε άτομο Denisovan). Για το λόγο αυτό, οι επιστήμονες που ανακάλυψαν τα δείγματα στο σπήλαιο αρνούνται ακόμα να δώσουν λατινική ονομασία στο νέο είδος και να το ταξινομήσουν (αν και έχει προταθεί το όνομα Homo altaiensis).

Κλείνοντας το κεφάλαιο «σπήλαιο Denisova», επιβάλλεται να γίνει αναφορά και στην πολύ πρόσφατη ανακάλυψη (επίσης του 2019) για πρώτη φορά, απολιθώματος από «υβρίδιο πρώτης γενιάς»  δύο διαφορετικών ειδών αρχαϊκών ανθρώπων. Το εύρημα είναι ένα θραύσμα οστού (βραχιόνιου ή μηριαίου) ενός κοριτσιού 13 χρόνων, της Denny, που έζησε 90 χιλ. χρ. πριν και είχε πατέρα Denisovan και μητέρα Νεάντερταλ (το DNA του πατέρα είχε, επίσης, ίχνη από DNA Νεάντερταλ, που σημαίνει ότι είχε Νεάντερταλς προγόνους εκατοντάδες γενιές πιο πίσω). Η Denny αποδεικνύει ότι άτομα των δύο ειδών συγκατοικούσαν ή χρησιμοποιούσαν το σπήλαιο την ίδια εποχή, σε μία, μάλλον, ειρηνική συνύπαρξη.

Το αρχείο απολιθωμάτων των αρχαϊκών ανθρώπων των τελευταίων 500 χιλιάδων χρόνων συμπληρώνεται με δύο αινιγματικά είδη που ανακαλύφθηκαν τον 21ο αιώνα, το Homo floresiensis και το Homo naledi. Ο Homo floresiensis (Άνθρωπος του Φλόρες) ανακαλύφθηκε στο νησί Flores της Ινδονησίας, όπου βρέθηκαν απολιθώματα κοντών ανθρώπων με πολύ μικρό κρανίο, ηλικίας 100-60 χιλ. χρόνων. Αρχικά θεωρήθηκε ότι πρόκειται για απόγονο του Homo erectus (ένας «νάνος erectus»), που επιβίωσε επί σχεδόν 700 χιλ. χρόνια σε ένα απομονωμένο νησί, φτωχό σε πηγές, με αποτέλεσμα τη δράση της φυσικής επιλογής για μικρό μέγεθος. Εμφανίζει στοιχεία μεταξύ Australopithecus sediba, Homo habilis και ανθρώπου του Dmanisi (Homo erectus). Μία νέα υπόθεση  θέλει το floresiensis απόγονο του ίδιου κλάδου αυστραλοπιθήκου που έδωσε το habilis. Ίσως πρόκειται για μία άγνωστη και πρώιμη έξοδο Ανθρωπίνου από την Αφρική, πριν την εμφάνιση του erectus, χωρίς εξελικτική συνέχεια στο νησί Flores (και που θα μπορούσε, θεωρητικά, να είχε εξελιχθεί και σε Homo erectus μακρύτερα στο Dmanisi).

Ο Homo naledi (Άνθρωπος του [ανατέλλοντος] άστρου) ανακαλύφθηκε πολύ πρόσφατα στη νότια Αφρική, χρονολογείται στα 335-236 χιλ. χρ. πριν και εμφανίζει ένα μωσαϊκό γνωρισμάτων αυστραλοπιθήκων και μεταγενέστερων Homo. Ίσως πρόκειται για ένα σχετικά πρόσφατο «μεταβατικό» είδος, αν και είναι απρόσμενος ο μικρός εγκέφαλος του, με μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από αυτόν ενός αυστραλοπιθήκου.  Ένα εντυπωσιακό στοιχείο «ανθρώπινης» συμπεριφοράς του είδους είναι οι ενδείξεις που το συνοδεύουν για ενσυνείδητη απόθεση νεκρών σε βαθιά σπήλαια. O H. naledi μπορεί να συνυπήρξε με πρώιμους H. sapiens στη νότια Αφρική και, ίσως, ήταν το πρώτο είδος που «εξαφανίστηκε» από αυτούς.

 

Capture 4

Φυλογενετικό σχήμα των Ανθρωπιδών τα τελευταία 4 εκατομμύρια χρόνια, χωρίς επί μέρους συνδέσεις, όπου φαίνονται οι δύο κύριοι κλάδοι του, των Αυστραλοπιθηκών και των Ανθρώπων. [Τα πιο εύρωστα είδη boisei και robustus των αυστραλοπιθήκων κατατάσσονται πια στο γένος Paranthropus.] Ο διαχωρισμός των δύο κλάδων φαίνεται ότι έγινε γύρω στα 2 εκατομμύρια χρόνια πριν (στην Αφρική). Στους ανθρώπους έχει διαπιστωθεί γενετικά ότι αρχαϊκά είδη διασταυρώνονταν τόσο μεταξύ τους (π.χ. Denisovans με Νεάντερταλς), όσο και με τον Homo sapiens. ©Jason Treat/NGM|Πηγή: [33] Slon et al. 2018|DOI: 10.1038/s41586-018-0455-x

Η ανακάλυψη όλο και περισσότερων απολιθωμάτων Homo σε διάφορα μέρη του πλανήτη δείχνει ότι, πράγματι, η εξέλιξη του ανθρώπου δεν ήταν γραμμική, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναζήτηση της εμφάνισης των πρώτων ατόμων του είδους μας και τη μελέτη απολιθωμάτων Ανθρωπιδών κοντά στον χρονικό ορίζοντα των 300 χιλιάδων χρόνων πριν. Ανεξάρτητα από το πόσα είδη πρώιμων ή αρχαϊκών Homo υπήρξαν πριν από το δικό μας και πώς σχετίζονταν μεταξύ τους, η γενική εικόνα που προκύπτει από τα απολιθώματα είναι ότι, μετά την εμφάνιση της δίποδης βάδισης, η εξέλιξη του ανθρωπόμορφου σώματος πραγματοποιήθηκε σε δύο τουλάχιστον φάσεις. Πρώτα, στο Homo habilis το εγκεφαλικό κρανίο μεγάλωσε ελαφρώς εις βάρος του προσωπικού κρανίου (εγκεφαλοποίηση με μειωμένο  προγναθισμό) και στη συνέχεια, στο Homo erectus και στο Homo heidelbergensis εξελίχθηκαν πολύ πιο σύγχρονα άκρα, βραχίονες και μακριά πόδια, μαζί με μικρότερα δόντια, μικρότερο προγναθισμό και ακόμα μεγαλύτερο εγκέφαλο.

Ειδικά η αύξηση του μεγέθους του εγκεφάλου, από τα 930 κυβικά εκατοστά του Homo erectus, στα 1170 κυβικά εκατοστά του heidelbergensis και, τέλος, στα 1320/1370 κυβικά εκατοστά των neanderthalensis/sapiens, μέσα σε 700 χιλ. χρόνια είναι δραματικά γρήγορη και δείχνει ότι υπήρχε έντονη πίεση επιλογής για μεγαλύτερους εγκεφάλους όλη αυτή την περίοδο. Δύο προτεινόμενοι λόγοι είναι η διαρκής ανάγκη για υψηλότερη νοημοσύνη (λόγω κατασκευής εργαλείων, παραστατικής σκέψης και κοινωνικοποίησης) ή η εμφάνιση, για πρώτη φορά,  τόσο μεγάλων κρανίων στα βρέφη, εξαιτίας της διευρυμένης πυέλου των γυναικών (απόρροια της δίποδης βάδισης). Δεν γνωρίζουμε, ακόμα, αν πρώτα μεγάλωσε ο εγκέφαλος μας και μετά αυξήθηκε η νοημοσύνη μας ή αν τα δύο γεγονότα συνέτρεχαν παράλληλα.  Η μεγέθυνση του εγκεφάλου (ό, τι κι αν την προκάλεσε) θα είχε σίγουρα σημαντικές επιπτώσεις στους τύπους των εργαλείων και τον υλικό πολιτισμό που βρίσκουμε στο αρχαιολογικό αρχείο, στο προβλεπόμενο μέγεθος της «κοινωνικής ομάδας» και στο τρόπο διαχείρισης του χρόνου των ανθρώπων, αρχαϊκών και σύγχρονων.

Κάτι που πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψιν στην αναζήτηση των απαρχών του είδους μας είναι η διάκριση μεταξύ σύγχρονης ανθρώπινης μορφολογίας, που εμφανίστηκε πρώτη και μοντέρνας ανθρώπινης συμπεριφοράς, που (φαίνεται να) ακολούθησε δεύτερη (τουλάχιστον σε κάποιες εκδηλώσεις της). Ως προς τη μορφολογία, το κρίσιμο ερώτημα είναι «που και πότε εμφανίστηκε πρώτη φορά η σύγχρονη μορφολογία;», καθώς δεν υπάρχει κάποιο τυπικό δείγμα για το είδος μας. Ο Homo sapiens (Άνθρωπος ο σοφός) προέκυψε, μάλλον, από πληθυσμούς του Homo heidelbergensis στη νοτιοδυτική Αφρική, με αξιοσημείωτη εκλέπτυνση του σκελετού και ακόμα μεγαλύτερη αύξηση του εγκεφάλου. Τα αίτια της εξέλιξης αυτής δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα, αλλά θα πρέπει να σχετίζονται με τις μεγάλες αλλαγές του κλίματος κατά το Πλειστόκαινο (εναλλαγή παγετωδών-μεσοπαγετωδών περιόδων). Από τη στιγμή, όμως της εμφάνισής τους, οι σοφοί άνθρωποι εξαπλώθηκαν γρήγορα σε όλη την Αφρική και 100 χιλ. χρ. πριν είχαν ήδη αντικαταστήσει όλους (σχεδόν) τους αρχαϊκούς πληθυσμούς της ηπείρου.

Μέχρι πρόσφατα, τα παλαιότερα, πλήρως ανθρώπινα, κρανία, ηλικίας 195 και 160 χιλιάδων χρόνων, προέρχονταν από την Αιθιοπία, από τις θέσεις Omo-Kibish και Herto αντίστοιχα, και διέθεταν πολλά από τα γνωρίσματα της σύγχρονης μορφολογίας μας, όπως το μεγάλο σφαιρικό θόλο, αλλά και μερικά αρχαϊκά γνωρίσματα, όπως τα προεξέχοντα υπερόφρυα τόξα (το κρανίο του Herto λ.χ. θεωρείται ότι ανήκει στο υποείδος Homo sapiens idaltu). Άλλα κρανιακά ή αποσπασματικά απολιθώματα H. sapiens είναι γνωστά από τη νότια Αφρική (Klasies River Mouth, 120-90 χιλ. χρ. πριν, και Pinnacle Point, 100 χιλ. χρ. πριν), την Τανζανία (Ngaloba, 120 χιλ. χρ. πριν), το Ισραήλ (Misliya, 194-177 χιλ. χρ. πριν και Qafzeh/Skhul, 130-90 χιλ. χρ. πριν), τη Σαουδική Αραβία (Al Wusta, 95-86 χιλ. χρ. πριν) και τη νότια Κίνα (σπήλαιο Fuyan, 120-80 χιλ. χρ. πριν). Τα δεδομένα αυτά έθεταν μία ηλικία για το είδος μας περίπου 200 χιλιάδων χρόνων.

Όμως, μία μεγάλη ανακάλυψη το 2017, στο Jebel Irhoud του Μαρόκου, έφερε στο φως απολιθώματα κρανίων Homo sapiens, ηλικίας 280-350 χιλιάδων χρόνων. Η ανατομική ανάλυσή τους έδειξε ότι πρόκειται για την αρχαιότερη γνωστή μορφή του είδους μας. Τα κρανία είναι αρχαϊκά και ελαφρώς πιο επιμήκη από των σημερινών ανθρώπων, αλλά με σύγχρονο προσωπικό κρανίο, γεγονός που ίσως δείχνει ότι πρώτα εξελίχτηκε το προσωπικό κρανίο και μετά το εγκεφαλικό κρανίο απέκτησε το σχεδόν σφαιρικό του σχήμα (και τα δύο γεγονότα εξελίχθηκαν εντός του είδους μας). Πριν από τα ευρήματα του Jebel Irhoud ήταν άγνωστο κατά πόσο ο σύγχρονος άνθρωπος αναδύθηκε γρήγορα πριν από περίπου 200 χιλιάδες χρόνια στην ανατολική Αφρική, ή η εξέλιξή του (από τον H. heidelbergensis?) υπήρξε μια σταδιακή διαδικασία που ξεκίνησε πολύ παλαιότερα, ίσως και προ 400 χιλιάδων χρόνων.

 

593835ed5124c9ec6822a46a-750-360 bussiness insider

Η ψηφιακή ανασύσταση των απολιθωμάτων του Jebel Irhoud φανερώνει ένα σύγχορνο, επίπεδο πρόσωπο σε συνδυασμό με ένα αρχαϊκό, επίμηκες κρανίο. © Philipp Gunz|Πηγή: The first of our kind, Research news|Max Planck Institute for Evolutionary Anthropology (Leipzig)|https://www.mpg.de/11322481/oldest-homo-sapiens-fossils-at-jebel-irhoud-morocco

Τα σύγχρονα ανθρώπινα κρανία διαθέτουν ένα συνδυασμό γνωρισμάτων που μας διαφοροποιούν από τους αρχαϊκούς ανθρώπους, όπως το μικρό και λεπτοκαμωμένο πρόσωπο, το πηγούνι και ο σφαιρικός θόλος. Όμως, αυτά τα τυπικά μοντέρνα χαρακτηριστικά εμφανίστηκαν ασύγχρονα και κατά ένα μωσαϊκό τρόπο στα διάφορα απολιθώματα των τελευταίων 400 χιλ. χρόνων. Πέρα από τα δείγματα του Jebel Irhoud, τα πρώιμα απολιθώματα από το Omo Kibish, το Herto και ένα, ακόμα, κρανίο ηλικίας 260 χιλ. χρόνων από το Florisbad της νότιας Αφρικής είναι, επίσης, μορφολογικά διαφορετικά και φανερώνουν ότι μία μορφή πρώιμου sapiens (archaic Homo sapiens) είχε σύντομα εξαπλωθεί σε όλη την Αφρική με αρκετούς απομονωμένους πληθυσμούς και με διάσπαρτες γονιδιακές ροές μεταξύ τους, όταν μεγάλο μέρος της Σαχάρας καλυπτόταν ακόμα από βλάστηση, 30-300 χιλ. χρ. πριν.

Με άλλα λόγια, πολύ πριν γίνει η έξοδος του sapiens από την Αφρική, φαίνεται ότι υπήρχε ευρεία διασπορά του εντός της Αφρικής 400-200 χιλ. χρ. πριν, με παράλληλη, κατά τόπους, εξέλιξη. Ίσως, μία μικρογραφία του γνωστού «πολυτοπικού μοντέλου εξέλιξης» να εκτυλίχθηκε εντός των ορίων της Αφρικής, δημιουργώντας έτσι μία ποικιλία μορφών του ανατομικά σύγχρονου ανθρώπου, με βαθιές αφρικανικές ρίζες (το πλήρες «πακέτο» των κρανιακών γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν εμάς εμφανίστηκε μεταγενέστερα, τα τελευταία 100 χιλιάδες χρόνια). Μία μεγάλη ηλικία για το είδος μας, κοντά στα 400 χιλ. χρόνια, θα «έδενε», λόγω κοινού προγόνου, και με την ηλικία των 430 χιλ. χρόνων του συγγενικού Homo neanderthalensis, που είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζεται στην Ευρώπη (Sima de los Huesos).

Μία ένσταση στην εκδοχή ενός «αφρικανικού πολυτοπικού μοντέλου» στην εξέλιξη του Homo sapiens φέρνουν οι σύγχρονες γενετικές έρευνες που δείχνουν γενετική απόκλιση μεταξύ των σύγχρονων αφρικανικών πληθυσμών 150-100 χιλ. χρ. πριν, αργότερα, δηλαδή, από ότι δείχνουν τα οστά. Αυτό, όμως, ίσως οφείλεται στο ότι δεν υπάρχουν ακόμα μελέτες που να ανιχνεύουν τη βαθιά πληθυσμιακή δομή στην Αφρική σε συνδυασμό με πιθανές επιμειξίες. Οι παλαιότερες εξελικτικές γραμμές, άνω των 150 χιλ. χρ. πριν, υπολογίζεται ότι είναι της φυλής των Χόι-Σαν (Khoe-San), που ζουν σήμερα στη νότια Αφρική, διατηρώντας ακόμα, σε κάποιο βαθμό, τον τρόπο ζωής του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη.

Τα νέα δεδομένα για μία ηλικία του είδους μας άνω των 200 χιλιάδων χρόνων συμφωνούν ικανοποιητικά με γενετικά ευρήματα από το μιτοχονδριακό DNA, το οποίο κληρονομείται μόνο από τη μητέρα. Η γυναίκα, από την οποία καταγόμαστε όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι, η «μιτοχονδριακή Εύα», έζησε στην Αφρική 160 χιλ. χρ. πριν χιλ. χρ. πριν. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η μόνη γυναίκα στην εποχή της, αλλά ήταν εκείνη, τα γονίδια της οποίας κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι σήμερα.

 

70609N_Drupal_Africa

Σημαντικές αφρικανικές θέσεις των τελευταίων 600 χιλιάδων χρόνων με απολιθώματα κρανίων αρχαϊκών και ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων, οι φυλογενετικές σχέσεις των οποίων αναμένεται να αποσαφηνιστούν πλήρως στο προσεχές μέλλον. Το κρανίο από τη θέση Florisbad θεωρείται, πια, αρχαϊκός Homo sapiens (και όχι heidelbergensis). Το κρανίο Kabwe (Broken Hill) ταξινομείται από μερικούς επιστήμονες στο είδος Homo rodhesiensis (ως αφρικανική παραλλαγή του heidelbergensis). ©(GRAPHIC) G. Grullón/Science; (DATA) Smithsonian Human Origins Program|Πηγή: Gibbons 2017|World’s oldest Homo sapiens fossils found in Morocco|DOI: 10.1126/science.aan6934

Έξω από την Αφρική, εξαιρουμένων των ευρημάτων στο Ισραήλ (η ευρύτερη περιοχή της Συροπαλαιστίνης θεωρείται, κατά μία έννοια, γεωγραφική προέκταση της Αφρικής), οι παλαιότερες βεβαιωμένες χρονολογήσεις απολιθωμάτων Homo sapiens είναι όλες μικρότερες των 45 χιλιάδων χρόνων, με απολιθώματα γνωστά στην Ευρώπη (Grotta del Cavallo στην Ιταλία,  45-43 χιλ. χρ. πριν και Peştera cu Oase στη Ρουμανία, 42-38 χιλ. χρ. πριν), την ανατολική Ασία (Tianyuan-Zhoukoudian στην Κίνα, 42-39 χιλ. χρ. πριν και Niah Cave στο Βόρνεο, 46-34 χιλ. χρ. πριν) και την Αυστραλία (Lake Mungo, 42 χιλ. χρ. πριν). Ακόμα και αυτή η διαπίστωση, όμως, προβλέπεται να αναθεωρηθεί στο μέλλον, λόγω των ευρημάτων στο σπήλαιο Fuyan της νότιας Κίνας, όπου πρόσφατα ανακαλύφθηκαν 47 απολιθωμένα δόντια σύγχρονης μορφολογίας, που ανήκουν σε Homo sapiens ηλικίας 80-120 χιλιάδων χρόνων (ευρήματα ξεχωριστής σημασίας, όπως και εκείνα της Misliya, για τις πρώτες διασπορές του sapiens πέρα από την Αφρική).

Παρά τις αβεβαιότητες στην ταξινόμηση και τη χρονολόγηση, όλα τα παραπάνω απολιθώματα φανερώνουν ότι η σύγχρονη ανθρώπινη μορφολογία εμφανίστηκε πολύ νωρίτερα στην Αφρική από οπουδήποτε αλλού και ότι η Αφρική, μαζί με την Εγγύς Ανατολή, εμφάνισαν τους πρώτους πληθυσμούς ανατομικά σύγχρονων ανθρώπων, από τους οποίους προερχόμαστε σήμερα όλοι μας.

Σε όλη την εξελικτική διαδρομή των όρθιων Ανθρωπιδών, τα τελευταία 5-6 εκατομμύρια χρόνια, δύο είναι οι μείζονες ανατομικές-σκελετικές αλλαγές που ξεχωρίζουν στο αρχαιολογικό αρχείο, η αναδιάταξη του σκελετού για τη δίποδη βάδιση (που καθιερώνεται ξεκάθαρα, πια, στους αυστραλοπιθήκους) και η μεγέθυνση του εγκεφαλικού κρανίου (που προσεγγίζει στα σημερινά όριά του από τον Homo heidelbergensis και μετά). Ο άνθρωπος, προφανώς, πρώτα στάθηκε στα δύο πόδια και μετά ανέπτυξε νοημοσύνη. Η δεύτερη αλλαγή, όμως, είναι αυτή που έδωσε το έναυσμα, 700 χιλ. χρ. πριν, για την εκδήλωση και την ανάπτυξη -πέρα από τα λίθινα εργαλεία- του υλικού πολιτισμού του γένους Homo, που φτάνει μέχρι τις κορυφαίες και νεοφανείς εκφάνσεις του, το συμβολισμό και την τέχνη 100 χιλ. χρ. πριν, και οι οποίες, με τη σειρά τους, αποτέλεσαν τον προπομπό της επαγωγικής σκέψης και της επιστημονικής τεκμηρίωσης (της φύσης και της ζωής) που παρατηρούμε στο σύγχρονο κόσμο. Αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε την εξέλιξή μας, βλέποντας πέρα από τα απολιθώματα, και το πώς γίναμε το κορυφαίο έλλογο ον στον πλανήτη, πρέπει να ξεχωρίσουμε και άλλα κομβικά γεγονότα, κάποια από τα οποία αναδεικνύουν παράλληλα και τον ρόλο του τυχαίου στην εξέλιξή μας. Μέσω αυτών των εξελικτικών σταθμών, θα οδηγηθούμε επαγωγικά και στην απάντηση του διαχρονικού ερωτήματος, «πώς γίνεται ο άνθρωπος να κατάγεται από τους πιθήκους;»

Όλα ξεκίνησαν μεταξύ Πλειόκαινου και Πλειστόκαινου, όταν οι κινήσεις των τεκτονικών πλακών της Γης και οι αλλαγές των ωκεάνιων ρευμάτων και των αιολικών συστημάτων άλλαξαν το παγκόσμιο κλίμα, το έκαναν ψυχρότερο και ξηρότερο και προκάλεσαν φαινόμενα ξηρασίας και αραιής βλάστησης στην ανατολική Αφρική. Οι πρώτοι πρόγονοι του ανθρώπου, οι πρώτοι δίποδοι Ανθρωπίδες δηλαδή, είχαν αρχίσει ήδη να διαφοροποιούνται από τους ανθρωποειδείς πιθήκους της Αφρικής και εξελίσσονταν σε όρθια δίποδα, με ποικίλες ανατομικές προσαρμογές, μέσα στο νέο και ασταθές περιβάλλον της αφρικανικής σαβάνας (το κεφάλι σηκώθηκε αρκετά ψηλά πάνω από το έδαφος, προωθώντας έτσι τον οπτικό-ακουστικό δίαυλο επικοινωνίας και απελευθερώθηκαν τα άνω άκρα για ποικίλες χρήσεις). Οι απόγονοι αυτών, οι φυτοφάγοι Αυστραλοπίθηκοι, αφού σταθεροποίησαν ικανοποιητικά τη δίποδη βάδισή τους και χωρίς να ξεφεύγουν (ακόμα) από το επίπεδο του ζώου, εξέλιξαν στην πορεία του χρόνου παράλληλες προσαρμογές προκειμένου να αναζητούν και να καταναλώνουν, όχι μόνο νωπούς καρπούς ή βλαστούς, αλλά μεγάλος εύρος και νέων τροφών, πλουσιότερων σε ενέργεια, όπως το κρέας.

Κοντά στα δύο εκατομμύρια χρόνια πριν, οι πρώτοι αντιπρόσωποι του γένους Homo είχαν γίνει ξεκάθαρα πιο κρεατοφάγοι, γεγονός που τους βοήθησε να εξελίξουν ένα σχεδόν σύγχρονο σώμα με μικρότερο έντερο και ελαφρώς μεγαλύτερο εγκέφαλο. Ο τελευταίος τους επέτρεψε να γίνουν οι πρώτοι τροφηλάτες (κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες), έχοντας ως βάση τη μεγάλη οικογένεια και εκδηλώνοντας τις πρώτες μορφές πολιτισμού, μέσω λίθινων εργαλείων. Καθώς οι αρχαϊκοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες πολλαπλασιάστηκαν και εξαπλώθηκαν σε μεγάλο μέρος του πλανήτη μετά το ένα εκατομμύριο χρόνια πριν, εξέλιξαν ακόμη μεγαλύτερο εγκέφαλο και σώμα, αύξησαν το προσδόκιμο ζωής, δημιούργησαν υποτυπώδεις καταυλισμούς και εμφάνισαν ένα νέος είδος κοινωνικής αλληλεπίδρασης [βλ. Wilson 2016]. Η λιθοτεχνία των εργαλείων τους, ωστόσο, χαρακτηριζόταν από μία «βαρετή» στασιμότητα, γεγονός που δείχνει ότι εκείνοι οι Ανθρωπίδες δεν διακρίνονταν για την φαντασία τους. (Η μόνη αλλαγή, μετά από σχεδόν ένα εκατομμύριο χρόνια,  παρουσιάστηκε γύρω στα 600 χιλ. χρ. πριν, όταν οι χειροπελέκεις έγιναν λίγο πιο συμμετρικοί με την εμφάνιση, μάλλον, του Homo heidelbergensis.)

Στα 500 χιλ. χρ. πριν, τα διάφορα είδη Homo, με εγκέφαλο πια άνω των 1.000 κυβικών εκατοστών, ελεγχόμενη φωτιά και καθημερινό μαγείρεμα (με τα δύο τελευταία να συντελούν σε περαιτέρω αύξηση του εγκεφάλου) ζούσαν πια σε μικρές κοινωνικές ομάδες, γεγονός που ευνόησε την εμφάνιση μίας νέας, πιο ευγενούς, ηθικής μεταξύ των μελών τους. Είχαν, πια, ένα μεγάλο εγκέφαλο, σώμα χωρίς τριχοφυΐα (λόγω φυσικής και σεξουαλικής επιλογής), εμφάνιζαν μακριά παιδική ηλικία με έντονη γονική φροντίδα, πιθανώς μιλούσαν ή επικοινωνούσαν με σήματα, δίδασκαν ο ένας στον άλλο τις παραδόσεις τους, φρόντιζαν τα ασθενικά άτομα, έφτιαχναν χειροπελέκεις και ξύλινα δόρατα με λίθινες αιχμές, σκότωναν μεγαλόσωμα ζώα από απόσταση και έθαβαν τους νεκρούς τους.

Παρόλα αυτά, εξακολουθούσε «κάτι» να τους λείπει και δεν μπορούσαν να επιδείξουν πνευματική ή τεχνολογική πρόοδο. Ήταν σχεδόν άνθρωποι. Και «ξαφνικά», μεταξύ 400 και 300 χιλιάδων χρόνων πριν, εμφανίζεται η σύγχρονη ανθρώπινη ανατομία και μορφολογία στην Αφρική και λίγο μεταγενέστερα η χαρακτηριστική για το είδος μας μοντέρνα συμπεριφορά, με τις διακυμάνσεις του κλίματος στην αφρικανική ήπειρο να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο (ευνοώντας, μέσω επιλογής, συγκεκριμένες προσαρμογές).

[Σημείωση: Ως μοντέρνα συμπεριφορά ορίζεται στην Αρχαιολογία ένα σύνολο από δράσεις και συμπεριφορές των σύγχρονων ανθρώπων, που περιλαμβάνει κατασκευή εκλεπτυσμένων εργαλείων, με νέες τεχνικές από οστό, κέρατο ή ελεφαντόδοντο, μεγάλης απόστασης μεταφορά υλικών, που απαιτεί ανταλλαγές μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων, χρήση χρωστικών, όπως η ώχρα (φυσική κόκκινη ή κίτρινη χρωστική, οξείδια ή υδροξείδια του σιδήρου), χρήση μικρών αντικειμένων για προσωπική διακόσμηση (π.χ. χάντρες και κοχύλια), παραγωγή τέχνης (βραχογραφίες, εγχάρακτες αναπαραστάσεις, μικρά ειδώλια), παραγωγή μουσικής, ταφή των νεκρών και, τέλος, συμβολική σκέψη, όπου ένα αντικείμενο συμβολίζει κάτι’.]

Ένα «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός» (αν πράγματι υπήρξε κάτι τέτοιο σε γενετική βάση), ήταν αυτό που οδήγησε οριστικά στον σύγχρονο Homo sapiens τα τελευταία, τουλάχιστον, 100 χιλιάδες χρόνια, μέσω του επαγωγικού συλλογισμού, της συμβολικής σκέψης και των δικτύων συναλλαγών μεγάλων αποστάσεων και με εργαλεία τη φαντασία, την τέχνη, την έναρθρη ομιλία και τη γλώσσα. Οι σύγχρονοι άνθρωποι, όντας πια πολιτισμικά και μαθησιακά δεκτικοί, εφηύραν μία νέα συμπεριφορά, ανταλλάσσοντας για πρώτη φορά πράγματα μεταξύ τους (τροφή, εργαλεία, πρώτες ύλες), η οποία με τη σειρά της έφερε, μέσα από μία αυτοκαταλυόμενη διαδικασία δημιουργικότητας και επαφών πρόσωπο με πρόσωπο, εξειδίκευση στον καταμερισμό εργασίας και τεχνολογική καινοτομία στον υλικό πολιτισμό [βλ. Ridley 2017]. Μέσω αυτών χειραφετηθήκαμε από τη φύση,  κερδίσαμε ελεύθερο χρόνο και εξαπλωθήκαμε γρήγορα σε όλο τον πλανήτη. Με άλλα λόγια, γίναμε πιο «σοφοί» και αποκτήσαμε μία συλλογική εξυπνάδα, που γίνεται πια κτήμα του καθενός μας.

Το αποκορύφωμα αυτών των νέων νοητικών λειτουργιών ήταν η πρωτοφανής πολιτισμική άνθηση της Ανώτερης Παλαιολιθικής στην Ευρώπη 40-20 χιλ. χρ. πριν, με καλλιτεχνήματα άγνωστης, μέχρι τότε, ποιότητας, μέσω των οποίων ο Άνθρωπος για πρώτη φορά ζωγραφίζει από το μυαλό του άλλους κόσμους και εικονικές πραγματικότητες, επιδεικνύοντας, έτσι, μία συνειδησιακή ταυτότητα που τον «εξανθρωπίζει» πλήρως συγκριτικά με όλους τους προηγούμενους πολιτισμούς της Παλαιολιθικής.

Μέσα από όλα τα παραπάνω και αφού οι σύγχρονοι άνθρωποι ανταλλάξαμε γενετικό υλικό με άλλα αρχαϊκά είδη και ξεπεράσαμε την τελευταία Εποχή Παγετώνων, φτάσαμε στα τελευταία 10 χιλιάδες χρόνια, κατά τα οποία η πολιτισμική εξέλιξη έχει αρχίσει να ξεπερνάει τη βιολογική (η οποία φυσικά συνεχίζεται). Με αργό βήμα και πολλά πισωγυρίσματα, ξεφεύγουμε δειλά-δειλά από τη δεισιδαιμονία του μυαλού για το άγνωστο και το μεταφυσικό προς μία ορθολογική αναζήτηση και τεκμηρίωση των πάντων, επειδή, ακριβώς, είμαστε εξελικτικά καλωδιωμένοι να εξηγούμε τον κόσμο και τη φύση με απλή λογική. Αυτό, όμως, δεν μας εμπόδισε να γίνουμε συνάμα το πιο επικίνδυνο (έως αυτοκαταστροφικό) πλάσμα του πλανήτη. Από την ανακάλυψη της γεωργίας μέχρι και την κατάκτηση του Διαστήματος ζούμε όλοι οι άνθρωποι μέσα σε ένα παγκόσμιο πείραμα, που θα καθορίσει το μέλλον της ανθρωπότητας στον πλανήτη Γη. Θα μπορέσουμε να επιβιώσουμε, μέσω του υψηλού τεχνολογικού πολιτισμού που αναπτύσσουμε ή θα εξαφανιστούμε επειδή τον διαχειριζόμαστε ανορθόδοξα; Ή, μήπως, θα μετεξελιχτούμε σε ένα άλλο είδος, ένα «συμπαντικό» Homo spaciens, μέσω μίας νέας παγκόσμιας «πολιτισμικής συνειδητότητας»;

 

F2.large

Οι απαρχές της μοντέρνας συμπεριφοράς του σύγχρονου ανθρώπου. Τα πρώτα δείγματα ανάγονται στη Μέση Εποχή του Λίθου (ξεκίνησε γύρω στα 280 χιλιάδες χρόνια πριν) και εντοπίζονται πρώτα στην Αφρική (Olorgesailie και Pinnacle Point) και αργότερα στον υπόλοιπο Παλαιό Κόσμο, μετά τα 100 χιλιάδες χρόνια πριν (Skhul κ.ά.). Πηγή: [14] Gibbons 2018|DOI: 10.1126/science.359.6381.1200

 

Αν απομονώσουμε από το παραπάνω ερμηνευτικό πλαίσιο τις βιολογικές «λεπτομέρειες» της γέννησης αποκλειστικά του δικού μας είδους, που συνήθως παρερμηνεύονται ή απλά αγνοούνται από την κοινή γνώμη, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η γραμμή του Homo sapiens ξεκίνησε στην Αφρική νωρίτερα από ότι νομίζαμε μέχρι σήμερα, ίσως και 400 χιλ. χρ. πριν και ότι οι πρώτες εκδηλώσεις πολιτισμού και συμπεριφοράς του εμφανίστηκαν λίγο αργότερα, γύρω στα 300 χιλ. χρ. πριν. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση των ημερών μας, το λίκνο του σύγχρονου ανθρώπου δεν φαίνεται να ήταν μία μόνο περιοχή της αφρικανικής ηπείρου (η ρηξιματογενής κοιλάδα της ανατολικής Αφρικής), από όπου κάποιοι αρχαϊκοί άνθρωποι βαθμιαία απέκτησαν τα προσδιοριστικά γνωρίσματα του είδους μας, όπως είναι το σφαιρικό κρανίο, το μικρό και επίπεδο πρόσωπο, το προεξέχον πηγούνι, τα προηγμένα εργαλεία, η μοντέρνα συμπεριφορά και ο εκλεπτυσμένος πολιτισμός.

Απολιθώματα από όλη την Αφρική (Jebel Irhoud, 315 χιλ. χρ. πριν, Florisbad, 260 χιλ. χρ. πριν, Omo-Kibish, 195 χιλ. χρ. πριν, Herto, 160 χιλ. χρ. πριν κ.ά.), που εμφανίζουν ανάμεικτα αρχαϊκά και μοντέρνα χαρακτηριστικά σε διάφορους συνδυασμούς, θεωρούνται πια μέρος της αρχαίας ποικιλομορφίας του είδους μας. Πιθανότατα ο Homo sapiens προέκυψε από ένα αρχαϊκό Ανθρωπίδη (heidelbergensis/rhodesiensis ή άλλο αρχαϊκό είδος προερχόμενο από την Ευρασία) που ήταν διάσπαρτος στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής και είχε, ήδη, διαχωριστεί σε ένα γεωγραφικό μωσαϊκό σχετικά απομονωμένων και ολιγομελών πληθυσμών (ο διαχωρισμός δεν ήταν μόνιμος, καθώς οι κλιματικές αλλαγές αναδιαμόρφωναν συνεχώς το αφρικανικό τοπίο). Εξελιχθήκαμε εντός αυτών των ομάδων, που περιστασιακά αντάλλασσαν γονίδια (και ιδέες) όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά, ίσως, και με άλλους αρχαϊκούς ανθρώπους (όπως ήταν ο Homo naledi, που έζησε 335-236 χιλ. χρ. πριν στη νότια Αφρική ή, ακόμα και, ο Homo heidelbergensis/rhodesiensis, που χρονολογείται 300-125 χιλ. χρ. πριν στη θέση Broken Hill της Ζάμπιας).

Για το μεγαλύτερο μέρος της εξελικτικής ιστορίας μας, οποιαδήποτε τοπική ομάδα sapiens είχε μερικά μόνο από τα μοντέρνα γνωρίσματά μας, αν και, μάλλον, θα υπήρχε μία γενική τάση σε όλη την ήπειρο προς την σύγχρονη μορφή. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς (ακριβώς) θα ήταν οι «πρώτοι» (αρχαϊκοί) sapiens, θα πρέπει, όμως, να διέφεραν πολύ περισσότερο μεταξύ τους, από ότι διαφέρουν οι σύγχρονοι πληθυσμοί σήμερα. Οι πρώτοι ανατομικά σύγχρονοι άνθρωποι που θα έμοιαζαν εντελώς με εμάς στη μορφή ενδέχεται να εμφανίστηκαν μόλις τα τελευταία 40-100 χιλιάδες χρόνια.

Στον ίδιο χρονικό ορίζοντα με τα αρχαιότερα απολιθώματα sapiens, γύρω στα 300 χιλ. χρ. πριν, εμφανίστηκαν σε όλες τις γωνιές της Αφρικής (Jebel Irhoud στα βόρεια, Olorgesailie στα ανατολικά, Florisbad στα νότια) και σε όλους τους τοπικά διακριτούς υλικούς πολιτισμούς της (που άφηναν σιγά-σιγά πίσω τους χειροπελέκεις), νέοι τύποι πιο εξειδικευμένων και εκλεπτυσμένων λίθινων εργαλείων, της Μέσης Εποχής του Λίθου (που τυπικά αρχίζει στα 280 χιλ. χρ. πριν και σχετίζεται με νεότερα απολιθώματα sapiens). Τα εξεζητημένα εργαλεία από οψιδιανό και τα κομμάτια ώχρας για παραγωγή/χρήση χρωστικών ειδικά από το Olorgesailie της Κένυας, ηλικίας 305-320 χιλιάδων χρόνων, φανέρωσαν και κάτι περισσότερο, ότι οι πρώτοι Homo sapiens, ήδη από την αυγή του είδους μας, διέθεταν ψήγματα της «μοντέρνας συμπεριφοράς», όπως είναι η συμμετοχή σε δίκτυα συναλλαγών (για τη μεταφορά του οψιδιανού από μακρινή απόσταση), η συμβολική αναπαράσταση (με τη χρήση της ώχρας) και η καινοτομία στη λιθοτεχνία (στην κατασκευή πιο εκλεπτυσμένων εργαλείων). Ίσως, τελικά, η μοντέρνα συμπεριφορά (ή μέρος αυτής) εμφανίστηκε νωρίτερα από ότι νομίζουμε (λίγο πριν ή λίγο μετά τις αρχές της Μέσης Εποχής του Λίθου) και όχι αφότου το είδος μας μετανάστευσε έξω από την Αφρική 100 χιλ. χρ. πριν ή μετά την «πολιτισμική επανάσταση» της Ανώτερης Παλαιολιθικής στην Ευρώπη 40 χιλ. χρ. πριν.

 

early-african-cultural-diversity-two-column

Λίθινα εργαλεία και άλλα πολιτισμικά τέχνεργα της Μέσης Εποχής του Λίθου από τη βόρεια και τη νότια Αφρική. ©Eleanor Scerri/Francesco d’Errico/Christopher Henshilwood|Πηγή: [31] Scerri et al. 2018|DOI: 10.1016/j.tree.2018.05.005

 

Έχοντας, πια, μία ξεκάθαρη εικόνα για την εξέλιξή μας, μέσα από την περιγραφή των απολιθωμάτων και την ερμηνεία τους μέσα στο χρόνο, το αβίαστο ερώτημα, που προκύπτει, είναι, «συνεχίζεται η εξέλιξή μας σήμερα;» Η απάντηση είναι «ναι». Το μεγαλύτερο μέρος της εξέλιξης του γένους Homo συμπορεύτηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την εξέλιξη του κυνηγιού και της τροφοσυλλογής. Οι προσαρμογές που επιλέχτηκαν σε αυτό τον τρόπο ζωής ώθησαν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και ανεξάρτητα από τον εγκέφαλο, το σώμα μας στη σημερινή μορφή του. Η εξέλιξή του είδους μας δεν έχει σταματήσει, αλλά συνεχίζεται με πιο περίπλοκο τρόπο, είτε ζούμε σε φυσικό είτε σε ανθρωπογενές περιβάλλον. Γενετικές μελέτες δείχνουν ότι σχεδόν το 8-10% των γονιδίων μας έχει επηρεαστεί από τη διαδικασία της εξέλιξης τα τελευταία πέντε χιλιάδες χρόνια και ότι η φυσική επιλογή δεν έχει σταματήσει να δημιουργεί νέες γενετικές μεταλλάξεις ή να εξαλείφει εκείνες που δεν είναι ευνοϊκές.

Ο υπερσύγχρονος πολιτισμός που έχουμε αναπτύξει φαίνεται ότι, αντί να μετριάζει τις πιέσεις της εξέλιξης, δημιουργεί νέες, αν και σε πιο τοπική κλίμακα. Τα γονίδια π.χ. που σχετίζονται με την πέψη της λακτόζης μετά την εφηβεία, είναι πιο ισχυρά στους πληθυσμούς με παράδοση στην εκτροφή ζώων και την κατανάλωση γάλακτος, όπως συμβαίνει π.χ. στη Δανία, ενώ σε περιοχές της Αφρικής με υψηλή συχνότητα κρουσμάτων της νόσου του AIDS έχουν ήδη εμφανιστεί γονίδια που προσδίδουν ανθεκτικότητα σε παιδιά που συμβιώνουν με τον ιό HIV. Στο πλαίσιο αυτό των «πολιτισμικών μεταλλάξεων» εντοπίστηκε τελευταία και μία απρόσμενη μετάλλαξη που φαίνεται να προστατεύει εντός αστικών περιβαλλόντων από μολυσματικές ασθένειες, όπως η λέπρα και η φυματίωση.

Η πιο ξεκάθαρη εκδήλωση της διαρκούς εξέλιξής μας αποτυπώνεται στη μορφολογική ποικιλομορφία των σύγχρονων ανθρώπων. Οι πιέσεις της φυσικής επιλογής καθιέρωσαν, μέσω των μεταναστεύσεων των τελευταίων 60-70 χιλιάδων χρόνων, το γεωγραφικό πρότυπο κατανομής της ποικιλομορφίας του παγκόσμιου πληθυσμού, που μας εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, ακόμα και στις μέρες μας. Οι μέσες γενετικές διαφορές μεταξύ των σύγχρονων πληθυσμιακών ομάδων (ή φυλών), όμως, είναι στην πραγματικότητα ελάχιστες και περιορίζονται, κυρίως, σε λιγοστά γονίδια που επηρεάζουν το χρώμα του δέρματος και των μαλλιών, τη φυσιογνωμία του προσώπου, το χρώμα των ματιών, και τη σωματική διάπλαση.

Κάποιες άλλες, «αθέατες» διαφορές μεταξύ ομάδων οφείλονται, πάλι, σε ορισμένα πολυμορφικά γονίδια, όπως τα γονίδια των ομάδων αίματος και των αντιγόνων ιστοσυμβατότητας, που σχετίζονται με την ανθεκτικότητα απέναντι σε λοιμώδη νοσήματα. Σε κάθε περίπτωση, περισσότερο από το 85% των διαφορών μεταξύ δύο τυχαίων ατόμων αποδίδεται σε τυχαία γενετική ποικιλομορφία, ασχέτως της φυλετικής καταγωγής τους. Αυτό, με άλλα λόγια, σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι σήμερα, ανεξαρτήτως καταγωγής, είμαστε, περισσότερο όμοιοι, παρά διαφορετικοί. Οι διαφορές μεταξύ των ατόμων μέσα στους πληθυσμούς είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές μεταξύ των πληθυσμών, γεγονός που αφοπλίζει κάθε λογής ρατσιστικές αντιλήψεις των ημερών μας.

Δεν αποκλείεται στο μέλλον, ωστόσο, γενετικές μελέτες να αποκαλύψουν ουσιαστικές βιολογικές διαφορές μεταξύ πληθυσμιακών ομάδων (όχι των παραδοσιακών «φυλών», όπως τις έχουμε στο μυαλό μας) για μία ποικιλία κρίσιμων γνωρισμάτων και ιδιοτήτων του ανθρώπου, συμπεριφορικών ή γνωστικών, κάτι για το οποίο πρέπει να είναι έτοιμες και η επιστήμη και η κοινωνία (αν και για την ώρα, πραγματικά δεν γνωρίζουμε ποια είναι η φύση  τέτοιων γενετικά κωδικοποιημένων διαφορών, εκτός λίγων εξαιρέσεων όπως συμβαίνει με το χρώμα του δέρματος ή την ευαισθησία σε συγκεκριμένες ασθένειες). Ο μέσος χρόνος αποχωρισμού των σημερινών πληθυσμών από ένα κοινό πρόγονο κυμαίνεται από 50 χιλιάδες χρόνια (για την Ευρώπη και την Ασία) μέχρι 200+ χιλιάδες χρόνια (για την Αφρική), ο οποίος δεν είναι καθόλου αμελητέος εξελικτικά για το είδος μας και δεν αποκλείει να έχουν αναπτυχθεί μερικές σημαντικές διαφορές με γενετικό υπόβαθρο.

Ανοίγοντας εδώ μία παρένθεση, χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι οι διαφορές αυτές, αν και όπου υπάρχουν, δεν θα απέκλειαν, με σκληρή δουλειά και σε κατάλληλο περιβάλλον, ένα «καλύτερο» φαινότυπο, πέραν του αναμενόμενου μέσου όρου που, θεωρητικά, επιτρέπει ο γονότυπος μέσα σε ένα πληθυσμό (εξαιρούνται οι αυστηρά μονογονιδιακοί φαινότυποι). Ουσιαστικά, αυτός είναι και ο λόγος που  κάθε ρατσιστική θέση για «νοητικές διαφορές εκ φύσεως μεταξύ ομάδων» αγγίζει τη γελοιότητα. Για τα περισσότερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, και ειδικά τα γνωστικά/συμπεριφορικά, ο βαθμός της ποικιλομορφίας μεταξύ ατόμων είναι τόσο μεγάλος, που οποιοδήποτε άτομο σε οποιοδήποτε πληθυσμό μπορεί να «υπερβαίνει εαυτόν» και να «ξεπερνάει» σε ένα ουσιώδες γνώρισμα άτομα ή/και μέσους όρους άλλων πληθυσμιακών ομάδων, ανεξαρτήτως γενετικής καταγωγής ή πολιτιστικών επιρροών. [Κλείνει η παρένθεση].

Το πιο αναγνωρίσιμο παράδειγμα ποικιλομορφίας είναι το χρώμα του δέρματος. Όσο εντονότερη είναι η ηλιακή ακτινοβολία σε μία περιοχή κοντά στον Ισημερινό, τόσο πιο σκούρο είναι, συνήθως, το χρώμα του δέρματος των κατοίκων της, λόγω παραγωγής της σκουρόχρωμης μελανίνης. Ωστόσο, υπάρχουν σήμερα αρκετές εξαιρέσεις, καθώς ορισμένα γονίδια, που σχετίζονται με πιο ανοιχτόχρωμο δέρμα, κατανέμονται στον πλανήτη με βάση τις αρχαίες μεταναστεύσεις του Homo sapiens και όχι με βάση το γεωγραφικό πλάτος (η φυσική επιλογή εκεί δεν είχε τον απαιτούμενο εξελικτικό χρόνο για την εμφάνιση, εκ νέου, του σκούρου χρώματος). Η προσαρμογή του ανοιχτόχρωμου δέρματος (χρήσιμης για όσους κατοικούν σε περιοχές με μικρή ηλιοφάνεια, ώστε να σχηματίζεται στο δέρμα τους η απαραίτητη ποσότητα βιταμίνης D, για την παραγωγή της οποίας χρειάζεται η υπεριώδης ακτινοβολία) εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα, μετά την άφιξη των πρώτων Homo sapiens με σκουρόχρωμο δέρμα στη βόρεια Ευρώπη και εξαπλώθηκε γρήγορα λόγω της συνδυασμένης δράσης φυσικής και σεξουαλικής επιλογής. (Έχει βρεθεί ότι γονίδιο για το ανοιχτόχρωμο δέρμα έφεραν και οι Νεάντερταλς, ο γενετικός τόπος του οποίου ενυπάρχει στο 70% των σύγχρονων Ευρωπαίων.)

Εκτός της ποικιλοχρωμίας του δέρματος, ένα άλλο, πιο ενδιαφέρον, εύρημα για την παρατηρούμενη εξέλιξή μας, είναι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος (μαζί με το κρανίο), σε αντίθεση με ότι πιστεύεται σήμερα, βρίσκεται σε φάση εξέλιξης προς μικρότερο μέγεθος και πιο σφαιρικό σχήμα τα τελευταία  35 χιλιάδες χρόνια (ο όγκος του παρουσιάζει μία μέση μείωση 150 κυβικών εκατοστών). Επιστημονικές υποθέσεις υποστηρίζουν ότι αυτό γίνεται είτε γιατί η νοημοσύνη δε συσχετίζεται πια με την επιβίωση,  λόγω της πολιτισμικής εξέλιξης των σύγχρονων κοινωνιών (ουσιαστικά, και κάπως «ασυναίσθητα», όλοι λειτουργούμε σήμερα με βάση μία «συλλογική νοημοσύνη»), είτε γιατί οι μικρότεροι εγκέφαλοι ενδέχεται να είναι πιο αποτελεσματικοί και αποδοτικοί (ενεργειακά ή/και ως προς την ταχύτητα λειτουργίας τους) με μία εσωτερική αναδιάταξη στα δίκτυα των νευρώνων τους.

Μία άλλη, τελείως διαφορετική, διάσταση για τη σημερινή εξέλιξή μας δίνεται από την πρόσφατη ανακάλυψη ότι γονίδια Ευρωπαίων και Ασιατών, που σχετίζονται με τοπικές προσαρμογές ή το ανοσοποιητικό σύστημα, προέρχονται από τους Νεάντερταλς και τους Denisovans, προφανώς μέσω επιμειξιών και τη δημιουργία ατόμων-υβριδίων, ακόμα και 50 χιλ. χρ. πριν. Γνωστό, πια, παράδειγμα είναι η γονιδιακή μετάλλαξη, που ελέγχει την αυξημένη παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων στους κατοίκους των υψιπέδων του Θιβέτ και η οποία εξαπλώθηκε στον τοπικό πληθυσμό μόλις τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια, ως προσαρμογή στα χαμηλά επίπεδα οξυγόνου, που προκαλούσαν προβλήματα υγείας (χρόνια ασθένεια λόγω υψομέτρου και υψηλή θνησιμότητα νεογνών). Το εντυπωσιακό της μετάλλαξης είναι ότι εντοπίζεται σε τμήμα του DNA των Θιβετιανών που έχει καταγωγή από τους Denisovans, οι οποίοι διέθεταν, προφανώς, μία προσαρμογή για μεγάλα υψόμετρα (οι μακρινοί πρόγονοι των σύγχρονων Θιβετιανών κληρονόμησαν την προσαρμογή με επιμειξία με τους Denisovans 50-45 χιλ. χρ. πριν).

Όπως φαίνεται από την αναρίθμητη καταγραφή των αλλαγών στη μορφολογία και τη φυσιολογία του σώματός μας, υπάρχει πληθώρα αποδείξεων για το ότι, ακόμα και σήμερα, «ζούμε» την εξέλιξή μας, την παρατηρούμε στο DNA μας και τη «βιώνουμε» εν τη γενέσει της. Ακόμα και τα «άχρηστα» κατάλοιπα αυτής της εξέλιξης συνεχίζουν να «ταξιδεύουν» μέσα μας, όπως είναι οι ατροφικοί μύες στο αυτί και στον πήχη μας ή η υπολειμματική σκωληκοειδής απόφυση στο έντερό μας.

Οι εξελικτικοί βιολόγοι πιστεύουν σήμερα ότι, παρά τα πολλά παραδείγματα συνεχιζόμενης εξέλιξης, ο Homo sapiens δεν έχει προσαρμοστεί ακόμα στα σύγχρονα ανθρωπογενή περιβάλλοντα. Τα εκατομμύρια χρόνια προσαρμογών στον παλαιολιθικό τρόπο ζωής του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη, ο οποίος βασιζόταν κυρίως στην αντοχή και το περπάτημα, δεν έχουν προετοιμάσει κατάλληλα το ανθρώπινο σώμα για τη χειρωνακτική ή/και την καθιστική ζωή του σήμερα, με αποτέλεσμα το σύγχρονο σώμα να χρειάζεται συστηματικά κατάλληλες και επαρκείς πιέσεις (ισορροπημένη  διατροφή και φυσική άσκηση) για να  ρυθμίζει τις ικανότητές του [βλ. Lieberman 2013].

Η εμφάνιση, επίσης, και η διάδοση ασθενειών, που δεν υπήρχαν ή ήταν σπάνιες μεταξύ των παλαιολιθικών ανθρώπων, όπως η οστεοπόρωση, ο διαβήτης τύπου 2, οι καρδιοπάθειες, οι καρκίνοι του εντέρου και των αναπαραγωγικών οργάνων, η νόσος Alzheimer, το άγχος, η κατάθλιψη και τα λοιμώδη νοσήματα, καταδεικνύουν πόσο συνδεδεμένες είναι η φυσιολογία και η ανατομία των σύγχρονων ανθρώπινων οργανισμών με το παλαιολιθικό παρελθόν τους και πόση ασυμβατότητα υπάρχει με τον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Δεν χωρά αμφιβολία, παρόλα αυτά (και λόγω αυτών), ότι η βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τα γενετικά δεδομένα των σύγχρονων Homo sapiens, όπως προκύπτουν μέσα από τη σύγκρισή τους με δείγματα αρχαίου DNA (aDNA)και οι συγκριτικές μελέτες σε σκελετικά κατάλοιπα σύγχρονων και παλαιολιθικών ανθρώπων το επιβεβαιώνουν, αν και η φυσική επιλογή που ασκείται στο είδος μας συνδυάζεται πια και με την τεχνητή επιλογή (εξωσωματική γονιμοποίηση, κλωνοποίηση, τροποποίηση DNA). Είναι άγνωστο πώς θα είναι ο Homo sapiens, ως προς την ανατομία, τη μορφολογία και τη φυσιολογία του, στα επόμενα 300 χιλιάδες χρόνια (όσα ήταν τα χρόνια της εξέλιξής του από την πρώτη του εμφάνιση κάπου στην Αφρική), σε συνδυασμό και με τις συνεχείς πια γονιδιακές ροές μεταξύ διαφορετικών πληθυσμιακών, εθνικών και φυλετικών ομάδων από όλο τον πλανήτη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η εξέλιξη του ανθρώπου, μέσα στο μεγάλο βιβλίο της Εξέλιξης της Ζωής, είναι ένα κεφάλαιο συνεχών αλλαγών και αναθεωρήσεων που γράφεται επί του πιεστηρίου.

Ι.Σ. – Μάρτιος 2019

Εικόνα επικεφαλίδας: ©Olimpia Zagnoli/Πηγή: Nautil.us

 

Βιβλιογραφία – Πηγές I

  1. Berger, L. R. 2015|Homo naledi, a new species of the genus Homo from the Dinaledi Chamber, South Africa|eLife|DOI: 10.7554/eLife.09560
  2. Bermúdez-de-Castro, J-M. et al. 2017|Homo antecessor: The state of the art eighteen years later|Quaternary International, Vol. 433, Part A, pages 22-31|DOI: 10.1016/j.quaint.2015.03.049
  3. Brown, P., et al. 2004|A new small-bodied hominin from the Late Pleistocene of Flores, Indonesia|Nature 431:1055-1061|DOI: 10.1038/nature02999
  4. Buck, L. T. & Stringer, C. B. 2014|Homo heidelbergensis|Current Biology Vol. 24, Issue 6, pages R214-R215|DOI: 10.1016/j.cub.2013.12.048
  5. Callaway, E. 2019|Siberia’s ancient ghost clan starts to surrender its secrets|Nature 566, 444-46|DOI: 10.1038/d41586-019-00672-2
  6. Darwin, C. R. 1871|The descent of man, and selection in relation to sex (ch. 6)|London, UK: John Murray
  7. de Waal, F. 2015|Πρωτεύοντα και Φιλόσοφοι – Πως εξελίχθηκε η ηθική|Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα
  8. Diamond, J. 2006|Ο τρίτος χιμπαντζής – Η εξέλιξη και το μέλλον του ανθρώπινου ζώου (2η έκδοση)|Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα
  9. Dunbar, R. 2014|Human Evolution|Penguin Books, London
  10. Finlayson, C. 2005|Biogeography and evolution of the genus Homo|Trends in Ecology and Evolution 20(8):457–463|DOI: 10.1016/j.tree.2005.05.019
  11. Foley, R. & Gamble, C. 2009| The ecology of social transitions in human evolution|Philosophical Transactions of  the Royal Society of London B 364:3267-3279|DOI: 10.1098%2Frstb.2009.0136
  12. Gazzaniga, M. 2008|Άνθρωπος – Η επιστήμη πίσω από όσα μας κάνουν μοναδικούς|Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα
  13. Gibbons, A. 2017|Busting myths of origin|Science Vol. 356, Issue 6339, pp. 678-81|DOI: 10.1126/science.356.6339.678
  14. Gibbons, A. 2018|Complex behavior arose at dawn of humans|Science Vol. 359, Issue 6381, pp. 1200-1201|DOI: 10.1126/science.359.6381.1200
  15. Godfrey-Smith, P. 2016|Η φιλοσοφία της Βιολογίας|Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο
  16. Gómez-Robles, A. 2016|The dawn of Homo floresiensis|Nature Vol. 534, pages 188-89|DOI: 10.1038/534188a
  17. Harvati, K., et al. 2009|The Paleoanthropology of Greece|Evolutionary Anthropology 18:131-143|DOI: 10.1002/evan.20219
  18. Hublin, J. J. 2015|How could the modern human succeed over other hominids?|Latest Thinking Video Publication DOI: https://doi.org/10.21036/LTPUB10306
  19. Hublin, J. J. et al. 2017|New fossils from Jebel Irhoud, Morocco and the pan-African origin of Homo sapiens|Nature Vol. 546, pages 289–292|DOI: 10.1038/nature22336
  20. Hutner, W. B. 2015|Which evolutionary changes in the genome led to the development of the large-sized human brain?|Latest Thinking Video Publication DOI: https://doi.org/10.21036/LTPUB10360
  21. Jobling, M. et al. 2014|Human Evolutionary Genetics (2nd ed.)|Garland Science, New York
  22. Johanson, Donald & Edgar, Blake 1996|From Lucy To Language|Simon & Schuster, New York
  23. Klein, R.G. 1999|The human career: Human biological and human origins (2nd ed.)|Chicago: Chicago University Press
  24. Leaky, E. Richard 1994|The Origin of Human Kind|Basic Books
  25. Lewin, R. 2005|Human Evolution: An illustrated introduction (5th ed.)|Blackwell Publishing, Oxford
  26. Lieberman, D. E. 2013|Η ιστορία του ανθρωπίνου σώματος, Υγεία, ασθένεια και φυσική επιλογή: το νέο πεδίο της εξελικτικής ιατρικής|Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα
  27. Lovejoy, O. C. 2009|Reexamining human origins in light of Ardipithecus ramidus|Science Vol. 326, Issue 5949, pp. 74-74e8|DOI: 10.1126/science.1175834
  28. Lynch, G. & Granger, R. 2009|Μεγάλος Εγκέφαλος – Οι απαρχές και το μέλλον της ανθρώπινης νοημοσύνης|Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα
  29. New Scientist Instant Expert 2018|Human Origins, 7 million years and counting. New Scientist, London
  30. Reich, David 2018|Who we are and how we got here|Oxford University Press, London
  31. Ridley, M. 2017|Ορθολογική αισιοδοξία|Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο
  32. Rightmire G.P. 2013|Later Middle Pleistocene Homo. In: Henke W., Tattersall I. (eds) Handbook of Paleoanthropology|Springer, Berlin, Heidelberg|DOI: 10.1007/978-3-642-27800-6_55-5
  33. Scerri, E. et al. 2018|Did our species evolve in subdivided populations across Africa, and why does it matter? Trends in Ecology and Evolution Vol. 33, Issue 8, P582-594|DOI: 10.1016/j.tree.2018.05.005
  34. Scientific American Special 2016|The story of us (special edition). Scientific American, Vol. 25, No. 4
  35. Shreeve, J. 2015|This Face [Homo naledi] Changes the Human Story. But How?|National Geographic|https://news.nationalgeographic.com/2015/09/150910-human-evolution-change/
  36. Slon, V. et al. 2018|The genome of the offspring of a Neanderthal mother and a Denisovan father|Nature 561, pages 113–116|DOI: 10.1038/s41586-018-0455-x
  37. Stringer, C. & Andrews, P. 2006|Η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπου|Εκδόσεις Polaris, Αθήνα
  38. Strasser, T.F. et al. 2010|Stone Age seafaring in the Mediterranean: evidence from the Plakias region for Lower Palaeolithic and Mesolithic habitation of Crete. Hesperia 79:145–190
  39. Williams, S. A., 2018|Malapa at 10: Introduction to the Special Issue on Australopithecus sediba. Paleoanthropology 49-55|DOI: 10.4207/PA.2018.ART111
  40. Wilson, E. O. 2016|Το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης|Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα